Η τενοντοπάθεια του επιγονατιδικού τένοντα, γνωστή και ως «γόνατο του άλτη» (jumper’s knee), αποτελεί μία από τις συχνότερες και ταυτόχρονα πιο επίμονες παθήσεις υπέρχρησης του γόνατος σε αθλητές και δραστήρια άτομα.
Εμφανίζεται ιδιαίτερα σε αθλήματα που περιλαμβάνουν επαναλαμβανόμενα άλματα, προσγειώσεις, επιταχύνσεις και απότομες αλλαγές κατεύθυνσης, όπως το μπάσκετ και το βόλεϊ, αλλά δεν περιορίζεται σε αυτά. Μπορεί να εμφανιστεί σε δρομείς, ποδοσφαιριστές, αθλητές στίβου, CrossFit, άτομα που γυμνάζονται συστηματικά με βάρη, ακόμη και σε ανθρώπους που αύξησαν απότομα τη σωματική τους δραστηριότητα.
Σε συστηματική ανασκόπηση η συνολική συχνότητα της επιγονατιδικής τενοντοπάθειας στους αθλητικούς πληθυσμούς υπολογίστηκε περίπου στο 18%, με σαφώς μεγαλύτερη επιβάρυνση στα αθλήματα που απαιτούν αποθήκευση και απόδοση μεγάλης ποσότητας ενέργειας από τον τένοντα.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η επιγονατιδική τενοντοπάθεια δεν είναι απλώς ένας “ερεθισμένος τένοντας” που χρειάζεται μερικές ημέρες ξεκούραση. Η σωστή αποκατάσταση απαιτεί κατανόηση της μηχανικής φόρτισης του τένοντα, προσαρμογή της δραστηριότητας και σταδιακή επανεκπαίδευσή του ώστε να μπορεί ξανά να αντέχει τις απαιτήσεις του αθλητισμού και της καθημερινότητας.
Τι είναι ο επιγονατιδικός τένοντας και γιατί δέχεται τόσο μεγάλο φορτίο;
Ο επιγονατιδικός τένοντας αποτελεί μέρος του εκτατικού μηχανισμού του γόνατος. Συνδέει την κάτω επιφάνεια της επιγονατίδας με το κνημιαίο κύρτωμα και μεταφέρει τη δύναμη που παράγεται από τον τετρακέφαλο προς την κνήμη.
Κάθε φορά που σηκωνόμαστε από μία καρέκλα, ανεβαίνουμε σκάλες, τρέχουμε, κάνουμε βαθύ κάθισμα, προσγειωνόμαστε από άλμα ή επιταχύνουμε, ο τένοντας καλείται να μεταφέρει σημαντικές δυνάμεις.
Στον αθλητισμό οι απαιτήσεις γίνονται πολύ μεγαλύτερες. Κατά το άλμα και ιδιαίτερα κατά την προσγείωση, ο επιγονατιδικός τένοντας λειτουργεί σαν ένα ισχυρό σύστημα αποθήκευσης και επαναχρησιμοποίησης μηχανικής ενέργειας.
Ο φυσιολογικός τένοντας έχει την ικανότητα να προσαρμόζεται στο φορτίο. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν το φορτίο που του ζητάμε επανειλημμένα είναι μεγαλύτερο από την τρέχουσα ικανότητά του να το διαχειριστεί.
Τενοντίτιδα ή τενοντοπάθεια;
Ο όρος «τενοντίτιδα» χρησιμοποιείται ακόμη πολύ συχνά στην καθημερινή γλώσσα. Στις χρόνιες καταστάσεις, όμως, η εικόνα είναι πιο σύνθετη και δεν πρόκειται απλώς για μία κλασική οξεία φλεγμονή.
Μπορεί να υπάρχουν μεταβολές στην οργάνωση των ινών κολλαγόνου, στην κυτταρική δραστηριότητα, στην εξωκυττάρια θεμέλια ουσία και στη μηχανική συμπεριφορά του τένοντα. Για τον λόγο αυτό ο όρος τενοντοπάθεια περιγράφει καλύτερα το κλινικό πρόβλημα.
Αυτό έχει και μία πολύ σημαντική θεραπευτική συνέπεια:
Δεν αρκεί να “σβήσουμε” προσωρινά τον πόνο. Πρέπει να αυξήσουμε ξανά την ικανότητα του τένοντα να δέχεται φορτίο.
Ποια είναι τα χαρακτηριστικά συμπτώματα;
Το χαρακτηριστικότερο σύμπτωμα είναι ένας σχετικά εντοπισμένος πόνος ακριβώς κάτω από την επιγονατίδα, συνήθως κοντά στην έκφυση του τένοντα από τον κάτω πόλο της.
Στα αρχικά στάδια ο αθλητής μπορεί να πονάει στην αρχή της προπόνησης και, αφού ζεσταθεί, να αισθάνεται καλύτερα. Αυτό δημιουργεί συχνά μία επικίνδυνη ψευδαίσθηση ότι «αφού ζεστάθηκε και πέρασε, δεν υπάρχει πρόβλημα».
Στην πραγματικότητα, όσο αυξάνεται η επιβάρυνση, ο πόνος μπορεί να εμφανίζεται περισσότερο στα άλματα, στις προσγειώσεις, στα sprint, στα βαθιά καθίσματα, στα καθίσματα με βάρος, στο leg press, στα σκαλιά, στις ανηφόρες ή μετά το τέλος της άσκησης.
Σε πιο προχωρημένες περιπτώσεις μπορεί να αρχίσει να περιορίζει ακόμη και καθημερινές δραστηριότητες.
Γιατί εμφανίζεται η τενοντοπάθεια του επιγονατιδικού;
Σπάνια ευθύνεται ένας μόνο παράγοντας.
Το βασικό πρόβλημα είναι συνήθως μία ασυμφωνία μεταξύ φορτίου και ικανότητας του τένοντα.
Αν ένας τένοντας μπορεί να αντέχει χωρίς πρόβλημα τρεις συγκεκριμένες προπονήσεις την εβδομάδα και ξαφνικά προστεθούν περισσότερα άλματα, μεγαλύτερα βάρη, μία επιπλέον προπόνηση, sprint, αγώνας και παράλληλα περιοριστεί ο χρόνος αποκατάστασης, η συνολική απαίτηση μπορεί να ξεπεράσει την ικανότητα προσαρμογής του.
Η βιβλιογραφία έχει συσχετίσει την τενοντοπάθεια μεταξύ άλλων με μεγαλύτερο συνολικό επίπεδο δραστηριότητας και προπονητικό όγκο, αυξημένο όγκο αλμάτων, ορισμένους περιορισμούς κινητικότητας και ευλυγισίας, μεγαλύτερο σωματικό βάρος και χαρακτηριστικά της απόδοσης στο άλμα. Δεν υπάρχει, όμως, ένας μοναδικός «ένοχος», και για αρκετούς πιθανούς παράγοντες η ποιότητα των δεδομένων παραμένει περιορισμένη.
Για τον φυσικοθεραπευτή επομένως η ερώτηση δεν είναι μόνο:
«Πού πονάει;»
Αλλά κυρίως:
«Τι ακριβώς ζητάμε από αυτόν τον τένοντα κάθε ημέρα και πόσο καλά είναι σήμερα προετοιμασμένος να το αντέξει;»
Γιατί πολλές επιγονατιδικές τενοντοπάθειες δεν γίνονται καλά;
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο ολόκληρης της αποκατάστασης.
Στην πράξη βλέπουμε αρκετούς ασθενείς που έχουν κάνει φυσικοθεραπεία, έχουν χρησιμοποιήσει αντιφλεγμονώδη, έχουν ξεκουραστεί για λίγες ημέρες ή έχουν ακολουθήσει διάφορα προγράμματα ασκήσεων, αλλά το πρόβλημα επανέρχεται.
Πολλές φορές δεν αποτυγχάνει επειδή «ο τένοντας δεν θεραπεύεται».
Αποτυγχάνει επειδή το καθημερινό φορτίο εξακολουθεί να είναι μεγαλύτερο από αυτό που μπορεί να ανεχθεί ο τένοντας εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
Ο αθλητής συνεχίζει κανονικά την προπόνηση επειδή δεν θέλει να χάσει φυσική κατάσταση. Παράλληλα κάνει πρόγραμμα αποκατάστασης. Την επόμενη ημέρα ξαναπηγαίνει γυμναστήριο. Κάνει leg press, hack squat ή βαθιά καθίσματα. Δύο ημέρες αργότερα τρέχει. Το Σαββατοκύριακο παίζει αγώνα.
Από την πλευρά του αισθάνεται ότι «κάνει τις ασκήσεις του».
Από την πλευρά του τένοντα, όμως, μπορεί να μην υπήρξε ούτε μία πραγματική ημέρα σωστής διαχείρισης φορτίου.
Τα συχνότερα λάθη είναι ουσιαστικά επτά:
- Ο αθλητής συνεχίζει όλες τις προπονήσεις του και απλώς προσθέτει από πάνω τις ασκήσεις αποκατάστασης.
- Θεωρεί ότι εφόσον ο πόνος μειώνεται μετά το ζέσταμα μπορεί να συνεχίσει χωρίς περιορισμό.
- Μειώνει τα άλματα αλλά συνεχίζει μεγάλα φορτία σε βαθύ squat, hack squat, leg press ή άλλες ασκήσεις που εξακολουθούν να φορτίζουν έντονα τον εκτατικό μηχανισμό.
- Ο δρομέας μειώνει λίγο την απόσταση αλλά συνεχίζει ανηφόρες, γρήγορα κομμάτια, sprint ή αυξάνει ξανά πολύ γρήγορα τα χιλιόμετρα.
- Ακολουθεί επιθετικές έκκεντρες ασκήσεις επειδή «οι έκκεντρες κάνουν καλό στους τένοντες», ακόμη και όταν ο τένοντας αντιδρά έντονα.
- Κάνει πλήρη αποχή για εβδομάδες, αισθάνεται καλύτερα και επιστρέφει απότομα στην προηγούμενη προπόνηση. Ο πόνος έχει μειωθεί, αλλά η ικανότητα του τένοντα να διαχειρίζεται υψηλό φορτίο δεν έχει αποκατασταθεί.
- Βασίζεται αποκλειστικά σε laser, TECAR, κρουστικά ή άλλες παθητικές θεραπείες χωρίς οργανωμένο πρόγραμμα επαναφόρτισης.
Το τελευταίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Τα σύγχρονα μέσα φυσικοθεραπείας μπορούν να έχουν πολύτιμη θέση στη θεραπεία, αλλά δεν μπορούν από μόνα τους να εκπαιδεύσουν έναν τένοντα ώστε να αντέχει ξανά άλματα, sprint ή υψηλά φορτία.
Η διάγνωση: δεν είναι κάθε πόνος κάτω από την επιγονατίδα τενοντοπάθεια
Η διάγνωση είναι πρωτίστως κλινική.
Η ακριβής θέση του πόνου, η σχέση του με τη φόρτιση, η ψηλάφηση και ειδικές λειτουργικές δοκιμασίες βοηθούν να διαπιστωθεί εάν ο επιγονατιδικός τένοντας αποτελεί πράγματι την πηγή των συμπτωμάτων.
Χρειάζεται επίσης διαφοροδιάγνωση από άλλες καταστάσεις πρόσθιου πόνου στο γόνατο, όπως επιγονατιδομηριαίο πόνο, ερεθισμό του λιπώδους σώματος του Hoffa, ενδοαρθρικά προβλήματα ή, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, μερική βλάβη του τένοντα.
Ο ρόλος του διαγνωστικού υπερήχου
Ο μυοσκελετικός υπέρηχος μπορεί να προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για το πάχος του τένοντα, την οργάνωση των ινών, περιοχές υποηχογένειας και πιθανή νεοαγγείωση με Doppler.
Σε μελέτη σύγκρισης απεικονιστικών μεθόδων, ο υπέρηχος παρουσίασε υψηλή ακρίβεια στην επιβεβαίωση κλινικά διαγνωσμένης επιγονατιδικής τενοντοπάθειας.
Υπάρχει όμως μία σημαντική λεπτομέρεια:
Δεν θεραπεύουμε την εικόνα του υπερήχου. Θεραπεύουμε τον άνθρωπο.
Αλλοιώσεις στον τένοντα μπορεί να υπάρχουν ακόμη και σε άτομα χωρίς συμπτώματα. Οι υπερηχογραφικές αλλοιώσεις συνδέονται με αυξημένο μελλοντικό κίνδυνο εμφάνισης τενοντοπάθειας, αλλά δεν καθορίζουν μόνες τους ούτε την ένταση του πόνου ούτε την πορεία της θεραπείας.
Φυσικοθεραπεία στην επιγονατιδική τενοντοπάθεια
Η αποκατάσταση δεν είναι ένα σταθερό πρόγραμμα που εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους.
Ο 20χρονος αθλητής βόλεϊ που προπονείται έξι φορές την εβδομάδα έχει διαφορετικές απαιτήσεις από τον 45χρονο ερασιτέχνη δρομέα ή από κάποιον που εμφάνισε συμπτώματα μετά από απότομη αύξηση των φορτίων στο γυμναστήριο.
Στη ΒΙΟΑΝΑΤΑΞΗ η αντιμετώπιση μπορεί να οργανωθεί γύρω από τρεις βασικούς άξονες:
έλεγχο των συμπτωμάτων → προοδευτική αύξηση της ικανότητας του τένοντα → ασφαλή επιστροφή στις απαιτήσεις του αθλήματος.
Πρώτο στάδιο: σωστή διαχείριση του φορτίου
«Διαχείριση φορτίου» δεν σημαίνει υποχρεωτικά πλήρης διακοπή της άσκησης.
Σημαίνει να εντοπίσουμε ποιες δραστηριότητες προκαλούν δυσανάλογο stress και να μειώσουμε προσωρινά είτε την ένταση, είτε τον όγκο, είτε τη συχνότητα, είτε έναν συνδυασμό τους.
Ένας αθλητής μπορεί για παράδειγμα να συνεχίσει μέρος της προπόνησής του, αφαιρώντας προσωρινά συγκεκριμένα άλματα ή sprint. Ένας δρομέας μπορεί να χρειαστεί μείωση χιλιομέτρων ή ταχύτητας. Σε κάποιον που γυμνάζεται με βάρη μπορεί να χρειαστεί αλλαγή του βάθους του squat, της αντίστασης ή του συνολικού αριθμού σετ.
Ιδιαίτερη σημασία έχει όχι μόνο ο πόνος κατά την άσκηση, αλλά και η αντίδραση του τένοντα τις επόμενες ώρες και το επόμενο πρωί.
Προοδευτική φόρτιση του τένοντα
Η σύγχρονη αποκατάσταση προχωρά σταδιακά από περισσότερο ελεγχόμενες μορφές φόρτισης προς μεγαλύτερες δυνάμεις, ταχύτητα και τελικά αποθήκευση και απόδοση ενέργειας.
Σε μεγάλη τυχαιοποιημένη μελέτη, ένα πρόγραμμα progressive tendon-loading exercise είχε καλύτερο κλινικό αποτέλεσμα στις 24 εβδομάδες σε σύγκριση με ένα παραδοσιακό πρόγραμμα επώδυνων έκκεντρων ασκήσεων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι έκκεντρες ασκήσεις «καταργήθηκαν». Σημαίνει ότι σήμερα έχουμε τη δυνατότητα να δουλεύουμε πολύ πιο έξυπνα και να περνάμε από διαφορετικά επίπεδα φόρτισης ανάλογα με την κατάσταση του συγκεκριμένου τένοντα.
Ισομετρικές ασκήσεις
Οι ισομετρικές συσπάσεις μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμο πρώτο εργαλείο όταν ο τένοντας είναι περισσότερο ευαίσθητος.
Υπάρχουν δεδομένα ότι μπορούν σε ορισμένους ασθενείς να προκαλέσουν άμεση μείωση του πόνου. Η αρχική σχετική μελέτη ήταν μικρή και δεν πρέπει να θεωρούμε ότι το ίδιο αναλγητικό αποτέλεσμα εμφανίζεται σε όλους, όμως κλινικά οι ισομετρικές ασκήσεις αποτελούν έναν τρόπο να αρχίσει η φόρτιση χωρίς μεγάλα δυναμικά φορτία.
Από τις αργές αντιστάσεις στην πραγματική αθλητική απαίτηση
Στη συνέχεια περνάμε σε πιο ουσιαστική ανάπτυξη δύναμης του τετρακεφάλου και ολόκληρης της κινητικής αλυσίδας.
Η Heavy Slow Resistance προπόνηση αποτελεί μία από τις μεθόδους που έχουν μελετηθεί στην επιγονατιδική τενοντοπάθεια, ενώ νεότερα δεδομένα δείχνουν ότι τόσο υψηλότερες όσο και μέτριες αντιστάσεις μπορούν να οδηγήσουν σε κλινικές και λειτουργικές βελτιώσεις όταν η φόρτιση προγραμματίζεται σωστά.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η θεραπεία δεν σταματά όταν ο ασθενής μπορεί να κάνει ένα squat χωρίς πόνο.
Ένας μπασκετμπολίστας πρέπει τελικά να μπορεί να επιταχύνει, να φρενάρει, να προσγειώνεται και να ξαναπηδά.
Ένας δρομέας πρέπει να μπορεί να διαχειριστεί διαδοχικούς κύκλους φόρτισης για αρκετά χιλιόμετρα.
Επομένως το τελικό στάδιο περιλαμβάνει ελεγχόμενη επανένταξη σε energy-storage loading, πλειομετρικές απαιτήσεις και αθλητικές κινήσεις.
Τα μηχανήματα φυσικοθεραπείας: ποια είναι πραγματικά η θέση τους;
Εδώ χρειάζεται μία σημαντική επιστημονική διάκριση.
Στη ΒΙΟΑΝΑΤΑΞΗ διαθέτουμε σύγχρονα θεραπευτικά μέσα, όμως δεν εφαρμόζουμε μηχανήματα επειδή υπάρχουν στο φυσικοθεραπευτήριο. Επιλέγονται όταν μπορούν να εξυπηρετήσουν έναν συγκεκριμένο στόχο μέσα στο συνολικό πρόγραμμα.
Και κυρίως δεν χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατο της ενεργητικής αποκατάστασης.
HILT – θεραπευτικό Laser
Η φωτοβιοτροποποίηση έχει μελετηθεί ευρύτερα στις τενοντοπάθειες και πρόσφατη συστηματική ανασκόπηση βρήκε πιθανό βραχυπρόθεσμο όφελος στον πόνο για ορισμένες χρόνιες τενοντοπάθειες, με σημαντική όμως εξάρτηση από τις παραμέτρους και τη δοσολογία της εφαρμογής.
Τα δεδομένα αυτά δεν σημαίνουν ότι κάθε μορφή laser έχει την ίδια αποτελεσματικότητα ούτε ότι μπορούν να μεταφερθούν αυτούσια στην επιγονατιδική τενοντοπάθεια.
Στην κλινική πράξη το HILT/Hilterapia μπορεί να ενταχθεί επικουρικά με στόχο τη διαχείριση των συμπτωμάτων και τη δημιουργία καλύτερων συνθηκών ώστε ο ασθενής να μπορεί να συμμετέχει στο ενεργητικό πρόγραμμα φόρτισης.
Το βασικό μήνυμα παραμένει:
Το laser μπορεί να βοηθά το πρόγραμμα αποκατάστασης. Δεν αποτελεί από μόνο του πρόγραμμα αποκατάστασης.
Κρουστικά κύματα – Shockwave
Τα κρουστικά κύματα χρησιμοποιούνται αρκετά συχνά στις χρόνιες τενοντοπάθειες και αποτελούν μία μη επεμβατική θεραπευτική επιλογή.
Στην επιγονατιδική τενοντοπάθεια όμως η βιβλιογραφία είναι μικτή. Συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση δεν βρήκε σαφή υπεροχή των κρουστικών έναντι άλλων συντηρητικών παρεμβάσεων στα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα πόνου και VISA-P, με μεγάλη ανομοιογένεια μεταξύ των μελετών.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα κρουστικά «δεν δουλεύουν».
Σημαίνει ότι πρέπει να χρησιμοποιούνται με σωστή ένδειξη, ιδιαίτερα σε επίμονες χρόνιες καταστάσεις, και πάντα ως μέρος ενός ευρύτερου θεραπευτικού σχεδιασμού.
TECAR Therapy
Η TECAR χρησιμοποιεί χωρητική και αντιστατική μεταφορά ενέργειας και μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην κλινική πράξη για θερμικές ή μη θερμικές επιδράσεις, ανάλογα με τις παραμέτρους εφαρμογής.
Στην επιγονατιδική τενοντοπάθεια τα ειδικά υψηλής ποιότητας κλινικά δεδομένα είναι σημαντικά λιγότερα σε σχέση με αυτά που διαθέτουμε για την προοδευτική άσκηση.
Γι’ αυτό η TECAR μπορεί να χρησιμοποιείται ως συμπληρωματικό μέσο, όταν κρίνεται κατάλληλο για τη μείωση συμπτωμάτων και την καλύτερη ανοχή στη θεραπεία, και όχι ως θεραπεία που υποτίθεται ότι «αναγεννά» μόνη της τον τένοντα.
Διαμαγνητική αντλία
Η διαμαγνητική αντλία μπορεί να ενταχθεί σε επιλεγμένες περιπτώσεις με στόχο κυρίως τη διαχείριση τοπικών συμπτωμάτων και των ιστών γύρω από την πάσχουσα περιοχή.
Εδώ χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερη επιστημονική προσοχή: η ειδική ερευνητική τεκμηρίωση για τη διαμαγνητική αντλία στην επιγονατιδική τενοντοπάθεια καθαυτή είναι περιορισμένη.
Επομένως στη ΒΙΟΑΝΑΤΑΞΗ δεν παρουσιάζεται ως «θεραπεία του τένοντα», αλλά μπορεί να αποτελεί ένα κομμάτι ενός εξατομικευμένου πρωτοκόλλου όταν υπάρχει συγκεκριμένος κλινικός λόγος εφαρμογής της.
Αυτό είναι και επιστημονικά πολύ ισχυρότερο από οποιαδήποτε υπερβολική θεραπευτική υπόσχεση.
Κρυοθεραπεία
Ο πάγος ή άλλες μορφές κρυοθεραπείας μπορούν να χρησιμοποιηθούν κυρίως για βραχυπρόθεσμο έλεγχο του πόνου, για παράδειγμα μετά από μία απαιτητική συνεδρία ή μία έξαρση.
Δεν υπάρχουν ισχυρά δεδομένα ότι η κρυοθεραπεία από μόνη της αλλάζει την πορεία της επιγονατιδικής τενοντοπάθειας ή «θεραπεύει» τη δομή του τένοντα.
Επομένως έχει θέση ως εργαλείο συμπτωματικής υποστήριξης και όχι ως βασικός μηχανισμός αποκατάστασης.
Θεραπευτικός υπέρηχος και διαγνωστικός υπέρηχος δεν είναι το ίδιο πράγμα
Αυτό αξίζει να διευκρινίζεται γιατί αρκετοί ασθενείς τα συγχέουν.
Ο διαγνωστικός μυοσκελετικός υπέρηχος χρησιμοποιείται για την απεικόνιση του τένοντα.
Ο θεραπευτικός υπέρηχος αποτελεί φυσικό μέσο θεραπείας.
Μία πρόσφατη μικρή τυχαιοποιημένη μελέτη έδειξε ενδιαφέροντα αποτελέσματα όταν υψηλής δόσης θεραπευτικός υπέρηχος συνδυάστηκε με Heavy Slow Resistance, αλλά το μέγεθος του δείγματος ήταν μικρό και χρειάζονται περισσότερα δεδομένα πριν εξαχθούν ισχυρά συμπεράσματα.
Δεν θεραπεύουμε μόνο τον τένοντα – θεραπεύουμε ολόκληρη την κίνηση
Ο επιγονατιδικός τένοντας βρίσκεται μέσα σε μία κινητική αλυσίδα.
Για τον λόγο αυτό εξετάζονται η δύναμη του τετρακεφάλου, η λειτουργία των γλουτιαίων, η κινητικότητα της ποδοκνημικής, ο έλεγχος του ισχίου και του γόνατος, η τεχνική προσγείωσης, η ικανότητα απορρόφησης των φορτίων και οι πραγματικές απαιτήσεις του αθλήματος.
Σε έναν δρομέα εξετάζουμε διαφορετικά στοιχεία από ό,τι σε έναν αθλητή βόλεϊ.
Σε έναν αθλητή δύναμης πρέπει να γνωρίζουμε ακριβώς ποιες ασκήσεις κάνει, με πόσα κιλά, πόσα σετ, σε ποιο εύρος κίνησης και πόσες φορές την εβδομάδα.
Αυτό είναι πραγματικά εξατομικευμένη φυσικοθεραπεία.
Πότε μπορεί ο αθλητής να επιστρέψει στην προπόνηση;
Το κριτήριο δεν πρέπει να είναι απλώς:
«Πέρασαν έξι εβδομάδες, άρα μπορείς».
Η επιστροφή πρέπει να βασίζεται στην πραγματική λειτουργική ικανότητα.
Ο αθλητής πρέπει να έχει επαρκή δύναμη, να ανέχεται προοδευτικά μεγαλύτερο μηχανικό φορτίο, να μπορεί να ολοκληρώνει τις απαιτούμενες ασκήσεις χωρίς σημαντική αντίδραση την επόμενη ημέρα και, τελικά, να αποδείξει ότι ο τένοντας μπορεί να διαχειριστεί ξανά τις συγκεκριμένες απαιτήσεις του αθλήματός του.
Μία τενοντοπάθεια που πονάει λιγότερο δεν είναι απαραίτητα ένας τένοντας έτοιμος για αγώνα.
Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που η επιστροφή πρέπει να γίνεται σταδιακά.
Πόσο διαρκεί η αποκατάσταση;
Δεν υπάρχει μία συγκεκριμένη χρονική περίοδος που ισχύει για όλους.
Οι χρόνιες τενοντοπάθειες χρειάζονται χρόνο. Η μεγαλύτερη τυχαιοποιημένη μελέτη προοδευτικής φόρτισης παρακολούθησε την αποκατάσταση για 24 εβδομάδες, γεγονός που δείχνει πόσο διαφορετική είναι η πραγματική βιολογία του τένοντα από την προσδοκία «να μου περάσει σε πέντε φυσικοθεραπείες».
Μάλιστα, ακόμη και με σωστή θεραπεία, η επιστροφή στο επιθυμητό επίπεδο αθλητισμού δεν είναι πάντα άμεση. Αυτό υπογραμμίζει πόσο σημαντικά είναι η συνέπεια, η σωστή διαχείριση του προπονητικού φορτίου και η συνεργασία αθλητή–φυσικοθεραπευτή.
Το σημαντικότερο μήνυμα για τον ασθενή
Η τενοντοπάθεια του επιγονατιδικού τένοντα δεν αντιμετωπίζεται ούτε με απόλυτη ακινησία, ούτε με τη λογική:
«Σφίξε τα δόντια και συνέχισε κανονικά».
Χρειάζεται η σωστή ποσότητα από το σωστό φορτίο, την κατάλληλη χρονική στιγμή.
Χρειάζεται επίσης να γνωρίζουμε πότε πρέπει προσωρινά να μειώσουμε μία δραστηριότητα και πότε πρέπει να αρχίσουμε ξανά να απαιτούμε περισσότερα από τον τένοντα.
Στη ΒΙΟΑΝΑΤΑΞΗ, η φυσικοθεραπευτική αντιμετώπιση της επιγονατιδικής τενοντοπάθειας βασίζεται στην κλινική αξιολόγηση, στη δυνατότητα μυοσκελετικής υπερηχογραφικής διερεύνησης όταν αυτή είναι απαραίτητη, στην εξατομικευμένη διαχείριση του φορτίου και στην προοδευτική ενεργητική αποκατάσταση.
Σύγχρονα θεραπευτικά μέσα όπως HILT/Hilterapia, TECAR, κρουστικά κύματα, διαμαγνητική αντλία και κρυοθεραπεία μπορούν να ενσωματωθούν στο πρόγραμμα όταν υπάρχει ένδειξη.
Δεν είναι όμως το «μηχάνημα» που επιστρέφει έναν αθλητή στο γήπεδο.
Είναι ο συνδυασμός σωστής διάγνωσης, σωστής δοσολογίας της φόρτισης, τεχνολογίας όπου χρειάζεται και προοδευτικής επανεκπαίδευσης του τένοντα.
Συχνή ερώτηση: Πρέπει να σταματήσω εντελώς το γυμναστήριο;
Συνήθως όχι.
Αυτό που πρέπει να σταματήσει είναι η ανεξέλεγκτη φόρτιση.
Σε αρκετές περιπτώσεις μπορούμε να διατηρήσουμε σημαντικό μέρος της προπόνησης, τροποποιώντας προσωρινά ασκήσεις, φορτία, εύρος κίνησης, όγκο και συχνότητα.
Και αυτή ακριβώς η προσαρμογή είναι πολλές φορές η διαφορά μεταξύ ενός τένοντα που βελτιώνεται και ενός τένοντα που πονάει επί μήνες.