Το λεμφοίδημα εμφανίζεται όταν το λεμφικό σύστημα δεν καταφέρνει να απομακρύνει αποτελεσματικά το υγρό που συγκεντρώνεται στους ιστούς.

Τις περισσότερες φορές το βλέπουμε στα χέρια ή στα πόδια. Δεν περιορίζεται όμως μόνο στα άκρα. Μπορεί να εμφανιστεί στο πρόσωπο και στον τράχηλο, στα γεννητικά όργανα ή ακόμη και στο θωρακικό και στο κοιλιακό τοίχωμα.

Το σημαντικό είναι να μην αντιμετωπίζεται σαν ένα απλό «πρήξιμο».

Η λέμφος είναι πλούσια σε πρωτεΐνες. Όταν παραμένει για μεγάλο διάστημα εγκλωβισμένη μέσα στους ιστούς, αρχίζει να επηρεάζει και την ίδια τη δομή τους. Με τον χρόνο μπορεί να εμφανιστούν φλεγμονή, σκλήρυνση και ίνωση, αλλαγές στην ποιότητα του δέρματος, περιορισμός της κίνησης και μεγαλύτερη ευαισθησία σε λοιμώξεις.

Αυτός είναι και ο λόγος που η πρώιμη αναγνώριση έχει τόση σημασία.

Σε ένα αρχικό στάδιο η κατάσταση είναι συνήθως πολύ πιο εύκολο να ελεγχθεί. Όσο όμως το οίδημα παραμένει και οι ιστοί αρχίζουν να αλλάζουν, η αντιμετώπιση γίνεται περισσότερο απαιτητική.

Λεμφοίδημα κάτω άκρου και λεμφικό σύστημα

Τι είναι το λεμφικό σύστημα;

Το λεμφικό σύστημα είναι ένα μεγάλο δίκτυο από λεμφικά τριχοειδή, αγγεία και λεμφαδένες που βρίσκεται σχεδόν σε ολόκληρο το σώμα.

Καθημερινά μέρος του υγρού της κυκλοφορίας περνά στους ιστούς. Ένας από τους ρόλους του λεμφικού συστήματος είναι να συλλέγει ό,τι περισσεύει και να το επιστρέφει ξανά στην κυκλοφορία.

Παράλληλα συμμετέχει ενεργά στην άμυνα του οργανισμού.

Για να γίνει όλη αυτή η διαδικασία σωστά, δεν αρκεί απλώς να υπάρχουν λεμφικά αγγεία. Χρειάζεται να υπάρχει επαρκές δίκτυο, οι βαλβίδες των αγγείων να λειτουργούν σωστά και η πορεία της λέμφου να μην εμποδίζεται.

Ρόλο έχει επίσης η κίνηση.

Κάθε φορά που οι μύες συσπώνται και οι αρθρώσεις κινούνται, δημιουργείται μια φυσική «αντλία» που βοηθά την προώθηση της λέμφου. Στην ίδια διαδικασία συμμετέχει και η αναπνοή.

Αν λοιπόν το λεμφικό σύστημα έχει αναπτυχθεί με μικρότερη ικανότητα μεταφοράς ή αν αργότερα υποστεί βλάβη, κάποια στιγμή μπορεί να μην προλαβαίνει να διαχειριστεί το υγρό που πρέπει να απομακρύνει.

Τότε αρχίζει να εμφανίζεται το οίδημα.

Ποια είναι τα είδη του λεμφοιδήματος;

Η βασική διάκριση είναι ανάμεσα στο πρωτοπαθές και στο δευτεροπαθές λεμφοίδημα.

Πρωτοπαθές λεμφοίδημα

Στο πρωτοπαθές λεμφοίδημα η προδιάθεση υπάρχει στο ίδιο το λεμφικό σύστημα.

Μπορεί ένας άνθρωπος να έχει λιγότερα λεμφικά αγγεία από το φυσιολογικό, αγγεία που είναι μικρότερα ή δεν έχουν αναπτυχθεί πλήρως ή κάποιο τμήμα του λεμφικού δικτύου να απουσιάζει.

Σε άλλες περιπτώσεις το πρόβλημα αφορά τη λειτουργία των βαλβίδων ή τον αριθμό και την ανάπτυξη των λεμφαδένων.

Το αποτέλεσμα είναι ουσιαστικά το ίδιο: το σύστημα έχει μικρότερη δυνατότητα μεταφοράς της λέμφου.

Αυτό θα μπορούσαμε να το περιγράψουμε σαν μικρότερη λειτουργική «εφεδρεία».

Και εδώ υπάρχει κάτι που συχνά προκαλεί απορία. Το γεγονός ότι η προδιάθεση υπάρχει από τη γέννηση δεν σημαίνει ότι το πρήξιμο θα εμφανιστεί υποχρεωτικά από τη βρεφική ηλικία.

Σε κάποιον μπορεί να γίνει εμφανές στην παιδική ηλικία. Σε άλλον στην εφηβεία. Σε άλλον αρκετά αργότερα στη ζωή.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα το λεμφικό σύστημα μπορεί να καλύπτει τις ανάγκες του οργανισμού. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν οι απαιτήσεις ξεπεράσουν τις δυνατότητές του.

Δευτεροπαθές λεμφοίδημα

Εδώ η ιστορία είναι διαφορετική.

Το λεμφικό σύστημα είχε αναπτυχθεί φυσιολογικά, αλλά στη συνέχεια κάτι το τραυμάτισε, το απέφραξε ή το υπερφόρτωσε.

Αυτό μπορεί να συμβεί μετά από αφαίρεση λεμφαδένων, ογκολογικό χειρουργείο ή ακτινοθεραπεία.

Μπορεί επίσης να σχετίζεται με έναν εκτεταμένο τραυματισμό, ουλές, εγκαύματα, σοβαρές ή επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις, νεοπλασματική απόφραξη, χρόνια φλεβική ανεπάρκεια, πολύ σοβαρή παχυσαρκία ή παρατεταμένη ακινησία.

Υπάρχουν ακόμη και παρασιτικές λοιμώξεις που μπορούν να προκαλέσουν σημαντική καταστροφή του λεμφικού δικτύου.

Ένα από τα γνωστότερα παραδείγματα δευτεροπαθούς λεμφοιδήματος είναι το λεμφοίδημα του άνω άκρου μετά από θεραπεία για καρκίνο του μαστού.

Όταν έχουν αφαιρεθεί λεμφαδένες από τη μασχάλη ή έχει προηγηθεί ακτινοθεραπεία, η δυνατότητα παροχέτευσης του άνω άκρου μπορεί να έχει μειωθεί.

Κάτι αντίστοιχο μπορεί να συμβεί στο πόδι μετά από αφαίρεση λεμφαδένων στην πύελο ή στη βουβωνική περιοχή.

Το λεμφοίδημα δεν εμφανίζεται πάντοτε αμέσως.

Σε έναν ασθενή μπορεί να παρουσιαστεί σχετικά σύντομα μετά από μια επέμβαση. Σε άλλον μπορεί να περάσουν μήνες ή ακόμη και χρόνια μέχρι να γίνει για πρώτη φορά αντιληπτό.

Λεμφοίδημα από παράσιτα – η λεμφική φιλαρίαση

Μια πολύ διαφορετική αιτία δευτεροπαθούς λεμφοιδήματος είναι η λεμφική φιλαρίαση.

Πρόκειται για παρασιτική νόσο που εξακολουθεί να εμφανίζεται κυρίως σε τροπικές και υποτροπικές περιοχές της Αφρικής και της Ασίας.

Σχετίζεται κυρίως με τα παράσιτα Wuchereria bancrofti, Brugia malayi και Brugia timori, με τη Wuchereria bancrofti να ευθύνεται για τη μεγάλη πλειονότητα των περιστατικών παγκοσμίως.

Η μετάδοση γίνεται μέσω μολυσμένων κουνουπιών.

Οι προνύμφες περνούν στον ανθρώπινο οργανισμό και τελικά εγκαθίστανται στο λεμφικό δίκτυο. Εκεί τα ενήλικα παράσιτα μπορούν με τον χρόνο να προκαλέσουν χρόνια φλεγμονή και σημαντική βλάβη στα λεμφικά αγγεία.

Σε πολύ προχωρημένες περιπτώσεις το άκρο μπορεί να αποκτήσει τεράστιο όγκο, ενώ το δέρμα παρουσιάζει έντονες αλλοιώσεις. Η εικόνα αυτή είναι γνωστή ως ελεφαντίαση.

Χρειάζεται όμως μια διευκρίνιση.

Δεν είναι κάθε σοβαρό λεμφοίδημα που εμφανίζεται σε τροπική χώρα παρασιτικής αιτιολογίας.

Στην Αφρική, για παράδειγμα, συναντάται και η ποδοκονίωση, η οποία δεν προκαλείται από παράσιτο. Έχει συσχετιστεί με χρόνια έκθεση ευαίσθητων ανθρώπων σε συγκεκριμένα μεταλλικά σωματίδια που υπάρχουν σε ορισμένα ηφαιστειακά εδάφη.

Λεμφική φιλαρίαση και λεμφοίδημα κάτω άκρου

Ποια είναι τα συμπτώματα του λεμφοιδήματος;

Το λεμφοίδημα δεν ξεκινά απαραίτητα με ένα εμφανώς πρησμένο άκρο.

Στην αρχή ο άνθρωπος μπορεί απλώς να αισθάνεται ότι το χέρι ή το πόδι είναι λίγο βαρύτερο.

Μπορεί να υπάρχει ένα αίσθημα τάσης, σαν το άκρο να είναι περισσότερο «γεμάτο», ή το δέρμα να φαίνεται πιο σφιχτό.

Κάποιος μπορεί να παρατηρήσει ότι το παπούτσι εφαρμόζει διαφορετικά το απόγευμα, ότι ένα δαχτυλίδι βγαίνει πιο δύσκολα ή ότι ένα ρούχο αφήνει πιο έντονο σημάδι στη μία πλευρά.

Η περίμετρος μπορεί να έχει αυξηθεί ελάχιστα και η περιοχή να κουράζεται πιο εύκολα.

Στα πρώτα στάδια το οίδημα πολλές φορές μειώνεται μετά τη νυχτερινή ανάπαυση ή όταν το άκρο παραμένει για κάποιο διάστημα ψηλότερα.

Αργότερα αυτή η υποχώρηση γίνεται μικρότερη.

Το πρήξιμο σταθεροποιείται και οι ιστοί μπορεί σταδιακά να γίνουν πιο σκληροί.

Τα στάδια του λεμφοιδήματος

Η International Society of Lymphology περιγράφει συνήθως τέσσερα στάδια.

Στάδιο 0 – λανθάνον ή υποκλινικό λεμφοίδημα

Η λεμφική κυκλοφορία έχει ήδη διαταραχθεί, αλλά εξωτερικά μπορεί ακόμη να μη φαίνεται τίποτα.

Ο ασθενής ίσως αναφέρει βάρος, τάση ή μια διαφορετική αίσθηση στο άκρο χωρίς να υπάρχει σαφής διαφορά στις μετρήσεις.

Στάδιο I

Σε αυτή τη φάση το οίδημα γίνεται ορατό.

Αν πιέσουμε το δέρμα με το δάκτυλο, μπορεί να παραμείνει για λίγο ένα μικρό βαθούλωμα. Αυτό είναι το γνωστό pitting.

Το οίδημα εξακολουθεί συνήθως να ανταποκρίνεται αρκετά καλά στην ανάπαυση και στην ανύψωση του άκρου.

Στάδιο II

Στο δεύτερο στάδιο η εικόνα αλλάζει.

Το πρήξιμο δεν εξαφανίζεται απλώς επειδή το πόδι ή το χέρι έμεινε ψηλά για μερικές ώρες.

Παράλληλα αρχίζει να αναπτύσσεται ίνωση.

Οι ιστοί γίνονται πιο πυκνοί και πιο σκληροί. Όσο προχωρά η ίνωση, το χαρακτηριστικό βαθούλωμα από την πίεση μπορεί μάλιστα να γίνεται λιγότερο εμφανές.

Στάδιο III

Σε αυτή τη φάση μιλάμε πλέον για πολύ προχωρημένο λεμφοίδημα.

Η αύξηση του όγκου μπορεί να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και η ίνωση έντονη.

Το δέρμα μπορεί να γίνει παχύτερο και σκληρό, να εμφανίσει υπερκεράτωση, βαθιές πτυχές ή θηλωματώδεις αλλοιώσεις.

Η κίνηση δυσκολεύει και, όταν πρόκειται για κάτω άκρο, μπορεί να επηρεαστεί σημαντικά ακόμη και η βάδιση.

Σε αυτό το στάδιο είναι επίσης συχνότερες οι επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις.

Η ακραία αυτή εικόνα περιγράφεται συχνά με τον όρο ελεφαντίαση.

Τι συμβαίνει όταν το λεμφοίδημα παραμεληθεί;

Ένα χρόνιο λεμφοίδημα έχει την τάση να συντηρεί το ίδιο το πρόβλημα.

Η λέμφος που παραμένει για μεγάλο διάστημα μέσα στους ιστούς είναι πλούσια σε πρωτεΐνες και ευνοεί τη χρόνια φλεγμονή.

Με τον χρόνο αναπτύσσεται περισσότερη ίνωση.

Και όσο οι ιστοί σκληραίνουν, τόσο δυσκολότερη γίνεται η φυσιολογική παροχέτευση.

Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος.

Το δέρμα μπορεί να γίνει περισσότερο ξηρό, παχύ και ευαίσθητο.

Σε προχωρημένες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστούν μικρές ρωγμές και λεμφαγγειεκτασίες. Μερικές φορές η λέμφος φτάνει μέχρι την επιφάνεια του δέρματος.

Αυτή η κατάσταση ονομάζεται λεμφόρροια.

Ο ασθενής μπορεί να βλέπει μικρές σταγόνες σχεδόν διαυγούς υγρού ή, σε πιο σοβαρές καταστάσεις, το υγρό να διαρρέει συνεχώς.

Η μόνιμη υγρασία ερεθίζει το δέρμα και το κάνει ακόμη πιο ευάλωτο σε τραυματισμούς και μικρόβια.

Όταν συνυπάρχουν σοβαρή φλεβική ανεπάρκεια, λοίμωξη ή σημαντική καταστροφή του δέρματος, μπορεί να δημιουργηθούν ακόμη και χρόνια έλκη.

Λεμφοίδημα και ερυσίπελας

Το λεμφοίδημα αυξάνει την πιθανότητα λοιμώξεων στο δέρμα και στους υποδόριους ιστούς.

Μία από τις πιο σημαντικές επιπλοκές είναι το ερυσίπελας ή η κυτταρίτιδα.

Και δεν χρειάζεται να προηγηθεί κάποιος μεγάλος τραυματισμός.

Μια μικρή πληγή, ένα σκασμένο σημείο του δέρματος ή μια μυκητίαση ανάμεσα στα δάκτυλα μπορεί να αρκούν.

Το ίδιο ισχύει για μια εκδορά ή μια περιοχή από την οποία υπάρχει λεμφόρροια.

Αν εμφανιστεί λοίμωξη, το άκρο μπορεί να γίνει ξαφνικά κόκκινο και θερμό, να πονά περισσότερο και να πρηστεί απότομα.

Ο ασθενής μπορεί επίσης να παρουσιάσει πυρετό, ρίγος και γενική κακουχία.

Αυτή η εικόνα χρειάζεται άμεση ιατρική αξιολόγηση.

Οι επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις δεν είναι μόνο ένα προσωρινό πρόβλημα. Μπορούν να προκαλέσουν πρόσθετη βλάβη στο λεμφικό δίκτυο.

Έτσι δημιουργείται ένας ακόμη φαύλος κύκλος: το λεμφοίδημα κάνει τη λοίμωξη πιθανότερη και η λοίμωξη μπορεί να κάνει χειρότερο το λεμφοίδημα.

Όταν υπάρχει οξεία ενεργή λοίμωξη, το θεραπευτικό πλάνο προσαρμόζεται. Τεχνικές όπως η λεμφική μάλαξη δεν συνεχίζονται αυτοματοποιημένα χωρίς προηγούμενη ιατρική αξιολόγηση.

Πώς γίνεται η διάγνωση;

Η διάγνωση ξεκινά από το ιστορικό και την κλινική εικόνα.

Έχει σημασία πότε εμφανίστηκε για πρώτη φορά το οίδημα, πώς εξελίσσεται μέσα στην ημέρα και αν έχουν προηγηθεί χειρουργικές επεμβάσεις, ακτινοθεραπεία, λοιμώξεις ή τραυματισμοί.

Στην εξέταση δεν κοιτάμε απλώς αν το ένα πόδι ή χέρι είναι μεγαλύτερο.

Αξιολογούμε πού ακριβώς βρίσκεται το οίδημα, πώς είναι η σύσταση των ιστών και αν υπάρχει pitting.

Εξετάζουμε το δέρμα, τις ουλές και την κινητικότητα και συγκρίνουμε περιμέτρους ή τον συνολικό όγκο των δύο άκρων.

Χρήσιμο κλινικό εύρημα είναι και το σημείο Stemmer, όπου εξετάζεται αν μπορεί να ανασηκωθεί μια μικρή πτυχή δέρματος στη βάση ενός δακτύλου.

Σε ορισμένα περιστατικά χρειάζεται πιο εξειδικευμένη διερεύνηση.

Μπορεί τότε να χρησιμοποιηθούν εξετάσεις όπως λεμφοσπινθηρογράφημα, μαγνητική λεμφαγγειογραφία, ICG λεμφογραφία ή τεχνικές βιοηλεκτρικής εμπέδησης.

Παράλληλα, ένα καινούριο ή ασυνήθιστο οίδημα δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται αυτόματα λεμφοίδημα.

Ανάλογα με την εικόνα χρειάζεται να αποκλειστούν καταστάσεις όπως φλεβική θρόμβωση, σημαντική φλεβική ανεπάρκεια, καρδιακή, ηπατική ή νεφρική νόσος ή κάποια άλλη παθολογική απόφραξη.

Η φυσικοθεραπεία στο λεμφοίδημα

Η θεραπεία του λεμφοιδήματος δεν βασίζεται σε μία μεμονωμένη τεχνική.

Η καθιερωμένη προσέγγιση είναι η Ολοκληρωμένη ή Σύνθετη Αποσυμφορητική Θεραπεία – Complete/Complex Decongestive Therapy (CDT).

Η λογική της CDT είναι να χρησιμοποιηθούν μαζί διαφορετικά εργαλεία.

Η εξειδικευμένη λεμφική παροχέτευση συνδυάζεται με συμπίεση, θεραπευτική άσκηση και συστηματική φροντίδα του δέρματος.

Υπάρχει όμως και ένας πέμπτος παράγοντας που δεν πρέπει να θεωρείται μικρότερης σημασίας: η εκπαίδευση και η ενεργός συμμετοχή του ίδιου του ασθενούς.

Χωρίς αυτήν, ακόμη και μια πολύ καλή θεραπευτική συνεδρία δύσκολα διατηρεί το αποτέλεσμα μακροπρόθεσμα.

Χειρομάλαξη λεμφικής παροχέτευσης – Manual Lymph Drainage

Η Manual Lymph Drainage – MLD είναι μια ειδική τεχνική με ήπιες και ρυθμικές κινήσεις.

Δεν πρόκειται για βαθύ μασάζ.

Η πίεση δεν χρειάζεται να είναι μεγάλη για να λειτουργήσει η τεχνική.

Ο στόχος είναι να διευκολυνθεί η μετακίνηση του λεμφικού υγρού προς περιοχές όπου το λεμφικό δίκτυο μπορεί να το διαχειριστεί καλύτερα.

Η πορεία που ακολουθείται δεν είναι ίδια σε όλους.

Ένας ασθενής που έχει αφαιρέσει μασχαλιαίους λεμφαδένες έχει διαφορετικές διαθέσιμες οδούς παροχέτευσης από έναν άνθρωπο με πρωτοπαθές λεμφοίδημα του κάτω άκρου.

Οι ουλές, η ακτινοθεραπεία και η συνολική κατάσταση του δικτύου αλλάζουν επίσης τον σχεδιασμό.

Γι’ αυτό και ο φυσικοθεραπευτής δεν προσπαθεί απλώς να «σπρώξει το υγρό προς τα πάνω».

Χρειάζεται να γνωρίζει τη λειτουργική ανατομία του λεμφικού συστήματος και να προσαρμόζει τη θεραπεία.

Η MLD είναι σημαντικό κομμάτι της αντιμετώπισης, αλλά δεν αποτελεί μόνη της πλήρη θεραπεία, ιδιαίτερα όταν το λεμφοίδημα είναι σημαντικό.

Συμπιεστική περίδεση

Η αποσυμφόρηση από μόνη της δεν αρκεί αν το υγρό αρχίσει αμέσως να συγκεντρώνεται ξανά.

Γι’ αυτό η συμπίεση έχει κεντρικό ρόλο.

Στην εντατική φάση χρησιμοποιείται συχνά πολυστρωματική περίδεση με επιδέσμους χαμηλής ελαστικότητας.

Η περίδεση βοηθά να περιοριστεί η επανασυσσώρευση του υγρού και δημιουργεί καλύτερες συνθήκες για να λειτουργήσει η μυϊκή αντλία.

Παράλληλα μπορεί να συμβάλει στη μείωση του όγκου και στη σταδιακή βελτίωση της σύστασης των ιστών.

Χρειάζεται όμως σωστή εφαρμογή.

Στην αρχή είναι αλήθεια ότι αρκετοί ασθενείς τη βρίσκουν άβολη. Το άκρο γίνεται πιο ογκώδες και ο άνθρωπος χρειάζεται να προσαρμόσει για ένα διάστημα την καθημερινότητά του.

Άβολο όμως δεν σημαίνει επώδυνο.

Έντονος πόνος, μούδιασμα, ψυχρότητα ή αλλαγή στο χρώμα των δακτύλων χρειάζονται άμεσο έλεγχο της περίδεσης.

Το ασκησιολόγιο κατά τη διάρκεια της περίδεσης

Η περίδεση δεν σημαίνει ότι το άκρο πρέπει να μείνει ακίνητο.

Στις περισσότερες περιπτώσεις ισχύει ακριβώς το αντίθετο.

Η κίνηση αποτελεί μέρος της ίδιας της θεραπείας.

Όταν οι μύες συσπώνται μέσα στην περίδεση, πιέζουν τους ιστούς. Όταν χαλαρώνουν, η πίεση αλλάζει.

Αυτή η εναλλαγή δημιουργεί μια φυσική μηχανική αντλία.

Γι’ αυτό ο ασθενής λαμβάνει θεραπευτικές ασκήσεις ανάλογα με την περιοχή και τις δυνατότητές του.

Σε ένα κάτω άκρο μπορεί να χρησιμοποιούνται κινήσεις των δακτύλων και της ποδοκνημικής, κινήσεις γόνατος και ισχίου, περπάτημα και σταδιακή ενδυνάμωση.

Στο άνω άκρο αντίστοιχα μπορεί να δουλεύουν τα δάκτυλα, ο καρπός, ο αγκώνας και ο ώμος.

Στο πρόγραμμα μπορούν να προστεθούν και αναπνευστικές ασκήσεις, με έμφαση στη διαφραγματική αναπνοή.

Η επιλογή δεν είναι ίδια για όλους.

Λαμβάνονται υπόψη η ηλικία, η φυσική κατάσταση, το στάδιο του λεμφοιδήματος και τυχόν άλλες παθήσεις.

Ελαστικά ενδύματα συμπίεσης

Όταν η εντατική φάση έχει μειώσει αρκετά το οίδημα, η αντιμετώπιση περνά στη διατήρηση του αποτελέσματος.

Εδώ χρησιμοποιούνται μανίκια, κάλτσες ή άλλα ενδύματα διαβαθμισμένης συμπίεσης.

Μπορεί να είναι έτοιμα ή να κατασκευάζονται ειδικά στις διαστάσεις του ασθενούς.

Η εφαρμογή έχει μεγάλη σημασία.

Ένα ένδυμα που είναι πολύ χαλαρό δεν παρέχει την απαραίτητη συμπίεση.

Από την άλλη, ένα ένδυμα που πιέζει λανθασμένα μπορεί να δημιουργήσει νέα προβλήματα.

Και επειδή το μέγεθος του άκρου μεταβάλλεται, ιδιαίτερα μετά από μια επιτυχημένη περίοδο αποσυμφόρησης, χρειάζονται επανέλεγχοι και πιθανώς αλλαγή μεγέθους.

Φροντίδα του δέρματος

Η φροντίδα του δέρματος αποτελεί πραγματικό μέρος της θεραπείας.

Δεν είναι μια απλή συμβουλή υγιεινής.

Ο βασικός στόχος είναι να μειωθούν οι πιθανότητες λοίμωξης.

Το δέρμα πρέπει να διατηρείται καθαρό, να στεγνώνεται καλά και να παραμένει ενυδατωμένο ώστε να μη δημιουργούνται εύκολα ρωγμές.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται ανάμεσα στα δάκτυλα.

Μια μικρή μυκητίαση ή ένα σκίσιμο του δέρματος μπορεί να γίνει πύλη εισόδου μικροβίων.

Το ίδιο ισχύει για εκδορές, εγκαύματα και άλλους μικροτραυματισμούς.

Όσο μικροί κι αν φαίνονται, σε ένα άκρο με λεμφοίδημα αξίζει να αντιμετωπίζονται έγκαιρα.

Αντιμετώπιση της ίνωσης

Σε ένα λεμφοίδημα που έχει παραμείνει για μεγάλο διάστημα, δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε μόνο περίσσεια υγρού.

Η ίδια η σύσταση του ιστού έχει αλλάξει.

Αναπτύσσεται ίνωση και σε ορισμένες περιπτώσεις αυξάνεται και ο λιπώδης ιστός.

Τότε η αποσυμφόρηση γίνεται πιο δύσκολη.

Μπορεί να χρειάζονται ειδικότερες τεχνικές στους ιστούς, διαφορετικά υλικά κάτω από την περίδεση και προσαρμογή της συμπίεσης ανάλογα με την περιοχή.

Αυτό δείχνει και γιατί έχει τόση αξία η πρώιμη αντιμετώπιση.

Είναι πολύ διαφορετικό να προσπαθούμε να ελέγξουμε ένα αρχόμενο λεμφοίδημα από το να αντιμετωπίζουμε ιστούς που έχουν παραμείνει ινώδεις για χρόνια.

Διαλείπουσα πνευματική συμπίεση

Σε επιλεγμένους ασθενείς μπορούν να χρησιμοποιηθούν και συσκευές διαλείπουσας πνευματικής συμπίεσης.

Οι συσκευές αυτές περιλαμβάνουν διαδοχικούς αεροθαλάμους που φουσκώνουν και ξεφουσκώνουν, ασκώντας ελεγχόμενη πίεση κατά μήκος του άκρου.

Μπορούν να έχουν θέση ως συμπληρωματικό εργαλείο.

Δεν αντικαθιστούν όμως την κλινική αξιολόγηση, τη σωστή συμπίεση, την άσκηση και την υπόλοιπη ολοκληρωμένη αντιμετώπιση.

Φυσικοθεραπεία λεμφοιδήματος με λεμφική παροχέτευση και συμπίεση

Η συνεργασία του ασθενούς είναι καθοριστική

Στο λεμφοίδημα η θεραπεία δεν τελειώνει όταν κλείσει η πόρτα του φυσικοθεραπευτηρίου.

Αυτό είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα σημεία.

Ο φυσικοθεραπευτής μπορεί να εφαρμόσει σωστά την παροχέτευση και την περίδεση. Αν όμως ο ασθενής δεν χρησιμοποιεί όπως πρέπει το συμπιεστικό ένδυμα, δεν κινείται, δεν ακολουθεί τις οδηγίες για το δέρμα ή εγκαταλείπει την άσκηση, το αποτέλεσμα δύσκολα διατηρείται.

Χρειάζεται συνέπεια.

Ο ασθενής πρέπει να γνωρίζει πότε και πόσο πρέπει να χρησιμοποιεί τη συμπίεση, να πραγματοποιεί το ασκησιολόγιό του και να παρακολουθεί τις αλλαγές στο άκρο.

Χρειάζεται επίσης να μάθει να αναγνωρίζει έγκαιρα σημεία λοίμωξης.

Σε ένα προχωρημένο λεμφοίδημα η θεραπεία μπορεί να διαρκέσει αρκετό διάστημα.

Και ναι, υπάρχουν ημέρες που η περίδεση κουράζει.

Μπορεί να δυσκολεύει το ντύσιμο, τη δουλειά ή την κίνηση.

Αυτό πρέπει να συζητείται ανοιχτά, γιατί η θεραπεία χρειάζεται να είναι εφαρμόσιμη στην πραγματική καθημερινότητα.

Έτσι δημιουργείται μια θεραπευτική συνεργασία μεταξύ ασθενούς και φυσικοθεραπευτή.

Δεν αρκεί να ξέρει ο άνθρωπος τι πρέπει να κάνει.

Χρειάζεται να καταλαβαίνει και γιατί το κάνει.

Αν γνωρίζει, για παράδειγμα, ότι οι κινήσεις που εκτελεί μέσα στην περίδεση βοηθούν τη μυϊκή αντλία και την αποσυμφόρηση, τότε η άσκηση αποκτά πραγματικό νόημα και δεν μοιάζει με μια ακόμη τυπική οδηγία.

Η ψυχολογική διάσταση του λεμφοιδήματος

Ένα εμφανές λεμφοίδημα μπορεί να επηρεάσει πολύ περισσότερο από τη λειτουργία ενός άκρου.

Αλλάζει την εικόνα του σώματος.

Μπορεί να δυσκολεύει τα ρούχα, τα παπούτσια, τη βάδιση ή την εργασία.

Η ανάγκη για καθημερινή συμπίεση και ο φόβος μήπως το οίδημα χειροτερέψει μπορεί επίσης να κουράσουν ψυχολογικά έναν άνθρωπο.

Η καλή σχέση με τη θεραπευτική ομάδα λοιπόν έχει ουσιαστική σημασία και, όπου χρειάζεται, η ψυχολογική υποστήριξη μπορεί να βοηθήσει σημαντικά.

Φυσικά η ψυχολογική κατάσταση δεν μπορεί να εξαφανίσει ένα λεμφοίδημα.

Μπορεί όμως να επηρεάσει πολύ το αν ένας άνθρωπος θα παραμείνει δραστήριος και συνεπής στην καθημερινή διαχείριση της κατάστασής του.

Έχει επίσης αξία να βλέπει την πρόοδο.

Μερικά εκατοστά λιγότερα στην περίμετρο, ένα άκρο που έχει γίνει πιο μαλακό, μεγαλύτερη άνεση στη βάδιση ή καλύτερη κίνηση είναι πραγματικές αλλαγές.

Ακόμη και όταν το λεμφοίδημα υπάρχει για χρόνια, μια σωστά οργανωμένη και συστηματική θεραπεία μπορεί να κάνει μεγάλη διαφορά.

Η θεραπεία έχει δύο βασικές φάσεις

1. Εντατική φάση αποσυμφόρησης

Στην πρώτη περίοδο προσπαθούμε να μειώσουμε όσο γίνεται το οίδημα και παράλληλα να βελτιώσουμε την ποιότητα των ιστών.

Σε αυτή τη φάση χρησιμοποιούνται μαζί η λεμφική παροχέτευση, η πολυστρωματική συμπίεση, η θεραπευτική άσκηση και η φροντίδα του δέρματος.

Την ίδια στιγμή ο ασθενής αρχίζει να μαθαίνει πώς θα διαχειρίζεται την κατάσταση μόνος του.

2. Φάση διατήρησης

Όταν έχει επιτευχθεί σημαντική αποσυμφόρηση, το ζητούμενο αλλάζει.

Τώρα πρέπει να διατηρηθεί αυτό που κερδίσαμε.

Ο ασθενής χρησιμοποιεί κατάλληλο ένδυμα συμπίεσης, συνεχίζει να κινείται και να ασκείται και φροντίζει καθημερινά το δέρμα.

Χρησιμοποιεί επίσης τις τεχνικές αυτοδιαχείρισης που έχει διδαχθεί και επανεξετάζεται όταν χρειάζεται.

Αυτή η δεύτερη φάση δεν κρατά απλώς λίγες ημέρες.

Στις περισσότερες περιπτώσεις αποτελεί μια μακροχρόνια διαδικασία, επειδή το λεμφοίδημα είναι χρόνια κατάσταση που χρειάζεται διαχείριση.

Μπορεί το λεμφοίδημα να θεραπευτεί;

Στις περισσότερες χρόνιες μορφές είναι πιο σωστό να μιλάμε για έλεγχο του λεμφοιδήματος παρά να υποσχόμαστε οριστική εξαφάνισή του.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος πρέπει να αποδεχτεί πως «δεν γίνεται τίποτα».

Με σωστή αντιμετώπιση μπορεί να μειωθεί σημαντικά το οίδημα και το αίσθημα βάρους.

Η κινητικότητα και η λειτουργικότητα μπορούν να βελτιωθούν.

Οι ιστοί μπορούν να γίνουν πιο μαλακοί, το δέρμα να βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση και να περιοριστεί η εξέλιξη της ίνωσης.

Παράλληλα μειώνεται ο κίνδυνος επαναλαμβανόμενων λοιμώξεων και ο ασθενής μπορεί να αποκτήσει καλύτερη ποιότητα ζωής.

Και εδώ ο χρόνος έχει σημασία.

Όσο νωρίτερα ξεκινήσει η σωστή αντιμετώπιση, τόσο μεγαλύτερα είναι συνήθως τα περιθώρια αποτελεσματικού ελέγχου.

Συμπέρασμα

Το λεμφοίδημα δεν είναι μια απλή κατακράτηση υγρού που αντιμετωπίζεται μόνο με μια μάλαξη ή με το να βάλουμε το πόδι ψηλά.

Πίσω από αυτό μπορεί να υπάρχει συγγενής ανεπάρκεια του λεμφικού δικτύου, βλάβη ή αφαίρεση λεμφαδένων, ακτινοθεραπεία, τραυματισμός, φλεβική νόσος, λοίμωξη ή ακόμη και παρασιτική προσβολή όπως η λεμφική φιλαρίαση.

Όταν παραμένει ανεξέλεγκτο, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι αυξάνεται το πρήξιμο.

Οι ιστοί αλλάζουν.

Εμφανίζεται ίνωση, το δέρμα γίνεται περισσότερο ευάλωτο, μπορεί να αναπτυχθεί λεμφόρροια και αυξάνεται ο κίνδυνος τραυματισμών και επαναλαμβανόμενων λοιμώξεων.

Η αντιμετώπιση επομένως χρειάζεται ολοκληρωμένη προσέγγιση.

Η εξειδικευμένη λεμφική παροχέτευση, η συμπίεση, η θεραπευτική άσκηση και η σωστή φροντίδα του δέρματος έχουν όλες τον δικό τους ρόλο.

Το σημαντικότερο όμως είναι να μάθει ο ίδιος ο άνθρωπος να συμμετέχει στη θεραπεία.

Γιατί στο λεμφοίδημα το αποτέλεσμα δεν κρίνεται μόνο από το τι συνέβη μέσα σε μια συνεδρία.

Κρίνεται σε μεγάλο βαθμό από το πόσο καλά μπορεί ο ασθενής να διαχειρίζεται την κατάσταση στην πραγματική του καθημερινότητα.