Το λεμφοίδημα είναι μία χρόνια κατάσταση κατά την οποία συσσωρεύεται λεμφικό υγρό στους ιστούς, επειδή το λεμφικό σύστημα δεν μπορεί να το μεταφέρει και να το απομακρύνει αποτελεσματικά.
Συχνότερα εμφανίζεται στα άνω ή στα κάτω άκρα, μπορεί όμως να αφορά και το πρόσωπο, τον τράχηλο, τα γεννητικά όργανα, το θωρακικό ή το κοιλιακό τοίχωμα.
Δεν πρόκειται απλώς για ένα «πρησμένο πόδι» ή ένα «πρησμένο χέρι». Η λέμφος είναι υγρό πλούσιο σε πρωτεΐνες και η χρόνια παραμονή της μέσα στους ιστούς μπορεί σταδιακά να προκαλέσει φλεγμονή, σκλήρυνση και ίνωση των ιστών, μεταβολές του δέρματος, περιορισμό της κίνησης και μεγαλύτερη ευαισθησία σε λοιμώξεις.
Η έγκαιρη αναγνώριση και η σωστή αντιμετώπιση έχουν επομένως μεγάλη σημασία. Στα αρχικά στάδια το λεμφοίδημα είναι συνήθως πολύ ευκολότερο να ελεγχθεί, ενώ ένα παραμελημένο λεμφοίδημα μπορεί να γίνει ιδιαίτερα δύσκολο στη διαχείρισή του.
Τι είναι το λεμφικό σύστημα;
Το λεμφικό σύστημα αποτελεί ένα εκτεταμένο δίκτυο από λεμφικά τριχοειδή, λεμφικά αγγεία και λεμφαδένες.
Ένας από τους βασικούς του ρόλους είναι να παραλαμβάνει το υγρό που παραμένει στους ιστούς και να το επιστρέφει στην κυκλοφορία. Παράλληλα συμμετέχει σημαντικά στην άμυνα του οργανισμού και στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.
Για να λειτουργήσει σωστά απαιτείται:
- επαρκής αριθμός και σωστή κατασκευή λεμφικών αγγείων,
- φυσιολογική λειτουργία των βαλβίδων τους,
- επαρκές δίκτυο λεμφαδένων,
- ελεύθερη πορεία της λέμφου χωρίς απόφραξη,
- κίνηση των μυών και των αρθρώσεων, που λειτουργούν σαν φυσική «αντλία»,
- φυσιολογική αναπνευστική λειτουργία.
Όταν το σύστημα αυτό είτε δεν έχει αναπτυχθεί επαρκώς είτε υποστεί βλάβη, η δυνατότητα μεταφοράς της λέμφου μειώνεται. Όταν η ποσότητα υγρού που πρέπει να απομακρυνθεί ξεπερνά την ικανότητα του λεμφικού δικτύου, αρχίζει να εμφανίζεται οίδημα.
Ποια είναι τα είδη του λεμφοιδήματος;
Η βασική διάκριση είναι ανάμεσα στο πρωτοπαθές και το δευτεροπαθές λεμφοίδημα.
Πρωτοπαθές λεμφοίδημα
Στο πρωτοπαθές λεμφοίδημα υπάρχει μία συγγενής ή αναπτυξιακή ανεπάρκεια του ίδιου του λεμφικού συστήματος.
Μπορεί για παράδειγμα να υπάρχουν:
- λιγότερα λεμφικά αγγεία από το φυσιολογικό,
- πολύ μικρά ή ανεπαρκώς ανεπτυγμένα λεμφικά αγγεία,
- απουσία τμήματος του λεμφικού δικτύου,
- δυσλειτουργία των βαλβίδων των λεμφικών αγγείων,
- ανεπαρκής αριθμός ή παθολογική ανάπτυξη λεμφαδένων,
- γενικότερη μειωμένη ικανότητα μεταφοράς της λέμφου.
Το άτομο επομένως μπορεί να έχει εκ γενετής ένα λεμφικό σύστημα με μικρότερη «εφεδρεία».
Αυτό δεν σημαίνει ότι το οίδημα πρέπει υποχρεωτικά να υπάρχει από τη γέννηση. Σε ορισμένους ανθρώπους εμφανίζεται στην παιδική ηλικία, σε άλλους στην εφηβεία ή στην πρώιμη ενήλικη ζωή και σε άλλους πολύ αργότερα, όταν για κάποιο λόγο αυξηθούν οι απαιτήσεις που δέχεται το λεμφικό σύστημα.
Δευτεροπαθές λεμφοίδημα
Το δευτεροπαθές λεμφοίδημα εμφανίζεται όταν ένα λεμφικό σύστημα που είχε αναπτυχθεί φυσιολογικά τραυματίζεται, αποφράσσεται ή υπερφορτώνεται.
Μπορεί να εμφανιστεί μετά από:
- χειρουργική αφαίρεση λεμφαδένων,
- ογκολογικές επεμβάσεις,
- ακτινοθεραπεία,
- τραυματισμό ή εκτεταμένο χειρουργείο,
- σοβαρές ή επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις,
- εγκαύματα και ουλές,
- απόφραξη του λεμφικού δικτύου από νεοπλασματική νόσο,
- χρόνια φλεβική ανεπάρκεια,
- πολύ σοβαρή παχυσαρκία,
- παρατεταμένη ακινησία,
- ορισμένες παρασιτικές λοιμώξεις.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το λεμφοίδημα του άνω άκρου μετά από επέμβαση για καρκίνο του μαστού, όταν έχουν αφαιρεθεί μασχαλιαίοι λεμφαδένες ή έχει προηγηθεί ακτινοθεραπεία στην περιοχή.
Αντίστοιχα, επεμβάσεις με αφαίρεση λεμφαδένων στην πύελο ή στη βουβωνική χώρα μπορεί να οδηγήσουν σε λεμφοίδημα του κάτω άκρου.
Το λεμφοίδημα μπορεί να εμφανιστεί σχετικά σύντομα μετά την επέμβαση, αλλά μπορεί επίσης να εκδηλωθεί μήνες ή ακόμη και χρόνια αργότερα.
Λεμφοίδημα από παράσιτα – η λεμφική φιλαρίαση
Μία ιδιαίτερη μορφή δευτεροπαθούς λεμφοιδήματος είναι η λεμφική φιλαρίαση, μία παρασιτική νόσος που εξακολουθεί να υπάρχει σε τροπικές και υποτροπικές περιοχές και ιδιαίτερα σε χώρες της Αφρικής και της Ασίας.
Προκαλείται κυρίως από νηματώδη παράσιτα όπως:
- Wuchereria bancrofti,
- Brugia malayi,
- Brugia timori.
Η Wuchereria bancrofti ευθύνεται για τη μεγάλη πλειονότητα των περιστατικών παγκοσμίως.
Η μετάδοση γίνεται μέσω μολυσμένων κουνουπιών. Οι προνύμφες του παρασίτου εισέρχονται στον οργανισμό και εγκαθίστανται τελικά στο λεμφικό σύστημα. Τα ενήλικα παράσιτα μπορούν να προκαλέσουν χρόνια φλεγμονή και βλάβη στα λεμφικά αγγεία, με αποτέλεσμα σοβαρή διαταραχή της παροχέτευσης.
Σε προχωρημένες καταστάσεις μπορεί να δημιουργηθεί τεράστια αύξηση του μεγέθους ενός άκρου και σημαντικές αλλοιώσεις του δέρματος, εικόνα που είναι γνωστή ως ελεφαντίαση.
Είναι σημαντικό όμως να σημειωθεί ότι δεν οφείλεται κάθε τροπικό λεμφοίδημα σε παράσιτο. Για παράδειγμα, στην Αφρική υπάρχει και η ποδοκονίωση, μία διαφορετική, μη παρασιτική μορφή λεμφοιδήματος που σχετίζεται με χρόνια έκθεση ευαίσθητων ατόμων σε ερεθιστικά μεταλλικά σωματίδια ορισμένων ηφαιστειακών εδαφών.
Ποια είναι τα συμπτώματα του λεμφοιδήματος;
Το λεμφοίδημα δεν εμφανίζεται πάντα ξαφνικά.
Στα πρώτα στάδια ο ασθενής μπορεί να αισθάνεται:
- βάρος στο άκρο,
- αίσθημα τάσης ή «γεμίσματος»,
- σφίξιμο του δέρματος,
- δυσκολία στην εφαρμογή παπουτσιού, δαχτυλιδιού ή ρούχου,
- ήπια αύξηση της περιμέτρου,
- μειωμένη ευκαμψία,
- δυσφορία ή εύκολη κόπωση του άκρου.
Αρχικά το οίδημα μπορεί να μειώνεται κατά τη διάρκεια της νύχτας ή όταν το άκρο βρίσκεται ψηλά.
Με την πάροδο του χρόνου όμως μπορεί να γίνει περισσότερο μόνιμο και οι ιστοί να γίνουν σκληρότεροι λόγω ίνωσης.
Τα στάδια του λεμφοιδήματος
Η International Society of Lymphology περιγράφει συνήθως τέσσερα στάδια.
Στάδιο 0 – λανθάνον ή υποκλινικό λεμφοίδημα
Υπάρχει ήδη δυσλειτουργία της λεμφικής κυκλοφορίας, χωρίς απαραίτητα να είναι ορατό το οίδημα.
Ο ασθενής μπορεί να αισθάνεται βάρος ή τάση χωρίς εμφανή διαφορά στην περίμετρο.
Στάδιο I
Το οίδημα είναι πλέον εμφανές.
Η πίεση του δακτύλου μπορεί να αφήνει προσωρινά εντύπωμα στο δέρμα, το λεγόμενο pitting.
Σε αυτό το στάδιο το πρήξιμο μπορεί να μειώνεται αρκετά με ανάπαυση ή ανύψωση του άκρου.
Στάδιο II
Το οίδημα γίνεται περισσότερο σταθερό.
Η απλή ανύψωση του άκρου δεν αρκεί πλέον για να υποχωρήσει και σταδιακά αρχίζει να αναπτύσσεται ίνωση. Οι ιστοί γίνονται πυκνότεροι και σκληρότεροι και όσο προχωρά η ίνωση το χαρακτηριστικό εντύπωμα από την πίεση μπορεί να μειώνεται.
Στάδιο III
Πρόκειται για προχωρημένη κατάσταση με πολύ σημαντική αύξηση του όγκου, έντονη ίνωση και σημαντικές δερματικές αλλοιώσεις.
Μπορεί να παρατηρηθούν:
- πάχυνση και σκλήρυνση του δέρματος,
- υπερκεράτωση,
- βαθιές δερματικές πτυχές,
- θηλωματώδεις αλλοιώσεις,
- σημαντική δυσκολία στην κίνηση και τη βάδιση,
- επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις.
Η πολύ προχωρημένη αυτή εικόνα συχνά χαρακτηρίζεται ως ελεφαντίαση.
Τι συμβαίνει όταν το λεμφοίδημα παραμεληθεί;
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του λεμφοιδήματος είναι ότι δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο.
Όσο περισσότερο παραμένει η πλούσια σε πρωτεΐνες λέμφος στους ιστούς, τόσο περισσότερο ευνοούνται η χρόνια φλεγμονή και η ίνωση. Όσο αυξάνεται η ίνωση, τόσο δυσκολότερη γίνεται με τη σειρά της η φυσιολογική λεμφική κυκλοφορία.
Το δέρμα μπορεί να γίνει ξηρό, παχύ και ευάλωτο.
Σε πολύ προχωρημένο ή ανεπαρκώς αντιμετωπισμένο λεμφοίδημα μπορεί να εμφανιστούν μικρές ρωγμές, λεμφαγγειεκτασίες και σημεία διαφυγής της λέμφου προς την επιφάνεια.
Η κατάσταση αυτή ονομάζεται λεμφόρροια.
Ο ασθενής μπορεί να βλέπει ένα σχεδόν διαυγές υγρό να σχηματίζει σταγονίδια ή ακόμη και να «τρέχει» από το δέρμα.
Η συνεχής υγρασία προκαλεί διαβροχή του δέρματος και αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα δημιουργίας τραυματισμών και λοίμωξης. Σε βαριές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχει φλεβική ανεπάρκεια, λοίμωξη ή σημαντική καταστροφή του δέρματος, μπορούν να δημιουργηθούν και χρόνια έλκη.
Λεμφοίδημα και ερυσίπελας
Το λεμφοίδημα αυξάνει την προδιάθεση για λοιμώξεις του δέρματος και του υποδόριου ιστού.
Μία από τις σημαντικότερες επιπλοκές είναι το ερυσίπελας ή η κυτταρίτιδα.
Μικρές πληγές, μυκητιάσεις μεταξύ των δακτύλων, σκασίματα του δέρματος, εκδορές ή περιοχές λεμφόρροιας μπορούν να λειτουργήσουν ως πύλες εισόδου μικροβίων.
Μία λοίμωξη μπορεί να προκαλέσει:
- έντονη ερυθρότητα,
- τοπική αύξηση της θερμοκρασίας,
- πόνο,
- απότομη αύξηση του οιδήματος,
- πυρετό,
- ρίγος και κακουχία.
Αυτό χρειάζεται άμεση ιατρική αξιολόγηση.
Οι επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις μπορούν επιπλέον να προκαλέσουν νέα βλάβη στα λεμφικά αγγεία και να επιδεινώσουν το λεμφοίδημα. Έτσι δημιουργείται ένας ακόμη φαύλος κύκλος: το λεμφοίδημα αυξάνει τον κίνδυνο λοίμωξης και η λοίμωξη μπορεί να επιδεινώσει το λεμφοίδημα.
Κατά τη διάρκεια οξείας λοίμωξης η θεραπευτική αντιμετώπιση προσαρμόζεται και τεχνικές όπως η λεμφική μάλαξη δεν συνεχίζονται μηχανικά χωρίς προηγούμενη ιατρική αξιολόγηση.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διάγνωση βασίζεται αρχικά στο ιστορικό και στην κλινική εξέταση.
Ο φυσικοθεραπευτής ή ο γιατρός αξιολογεί:
- την κατανομή του οιδήματος,
- τη σύσταση των ιστών,
- την παρουσία ή όχι pitting,
- την κατάσταση του δέρματος,
- τις περιμέτρους του άκρου,
- τη διαφορά όγκου μεταξύ των δύο άκρων,
- την κινητικότητα,
- τυχόν ουλές,
- το ιστορικό επεμβάσεων, ακτινοθεραπείας ή λοιμώξεων.
Χρήσιμο κλινικό εύρημα είναι και το σημείο Stemmer, κατά το οποίο εξετάζεται αν μπορεί να ανασηκωθεί μία πτυχή δέρματος στη βάση ενός δακτύλου.
Όταν απαιτείται πληρέστερη διερεύνηση μπορούν να χρησιμοποιηθούν εξετάσεις όπως λεμφοσπινθηρογράφημα, μαγνητική λεμφαγγειογραφία, ICG λεμφογραφία ή μέθοδοι βιοηλεκτρικής εμπέδησης.
Παράλληλα, σε ένα καινούριο ή ασυνήθιστο οίδημα πρέπει να αποκλειστούν άλλες αιτίες, όπως φλεβική θρόμβωση, καρδιακή, ηπατική ή νεφρική νόσος, σοβαρή φλεβική ανεπάρκεια ή απόφραξη από κάποια άλλη παθολογική διεργασία.
Η φυσικοθεραπεία στο λεμφοίδημα
Η αντιμετώπιση του λεμφοιδήματος δεν βασίζεται σε μία μόνο τεχνική.
Η καθιερωμένη προσέγγιση είναι η Ολοκληρωμένη ή Σύνθετη Αποσυμφορητική Θεραπεία – Complete/Complex Decongestive Therapy (CDT).
Πρόκειται για συνδυασμό θεραπευτικών παρεμβάσεων που λειτουργούν συμπληρωματικά και περιλαμβάνουν:
- εξειδικευμένη χειρομάλαξη λεμφικής παροχέτευσης,
- συμπιεστική θεραπεία,
- θεραπευτικό ασκησιολόγιο,
- φροντίδα του δέρματος,
- εκπαίδευση και ενεργό συμμετοχή του ασθενούς.
Το τελευταίο είναι εξίσου σημαντικό με τα υπόλοιπα.
Χειρομάλαξη λεμφικής παροχέτευσης – Manual Lymph Drainage
Η Manual Lymph Drainage – MLD είναι μία εξειδικευμένη, ήπια και ρυθμική τεχνική.
Δεν πρόκειται για κλασικό βαθύ μασάζ.
Ο στόχος είναι να διευκολυνθεί η μετακίνηση του λεμφικού υγρού προς περιοχές όπου το λεμφικό δίκτυο μπορεί να το παραλάβει αποτελεσματικότερα.
Η θεραπεία ακολουθεί συγκεκριμένη σειρά και προσαρμόζεται ανάλογα με την περιοχή που έχει υποστεί βλάβη, τους λεμφαδένες που έχουν αφαιρεθεί ή ακτινοβοληθεί, τις ουλές και τη συνολική κατάσταση του λεμφικού δικτύου.
Ο φυσικοθεραπευτής δεν προσπαθεί απλώς να «σπρώξει το υγρό προς τα πάνω». Χρειάζεται να γνωρίζει τη λειτουργική ανατομία του λεμφικού συστήματος και να δημιουργήσει κατάλληλες οδούς παροχέτευσης.
Η MLD αποτελεί μέρος της συνολικής θεραπείας και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μοναδική θεραπεία, ιδιαίτερα σε σημαντικό λεμφοίδημα.
Συμπιεστική περίδεση
Μετά την αποσυμφόρηση, ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία είναι η συμπίεση.
Κατά την εντατική φάση της θεραπείας χρησιμοποιείται συχνά πολυστρωματική περίδεση με ειδικούς επιδέσμους χαμηλής ελαστικότητας.
Η περίδεση:
- περιορίζει την επανασυσσώρευση υγρού,
- υποστηρίζει τη λειτουργία των μυών ως αντλία,
- βοηθά στη σταδιακή μείωση του όγκου,
- συμβάλλει στη βελτίωση της σύστασης των ιστών.
Η περίδεση πρέπει να εφαρμόζεται σωστά και να προσαρμόζεται στον συγκεκριμένο ασθενή.
Είναι αλήθεια ότι ειδικά στην αρχή δεν αποτελεί πάντα την πιο άνετη διαδικασία. Το άκρο είναι καλυμμένο για αρκετές ώρες, η περίδεση μπορεί να είναι ογκώδης και ο ασθενής χρειάζεται να προσαρμοστεί σε αυτήν.
Η συνεργασία του είναι επομένως απαραίτητη.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μία περίδεση πρέπει να είναι επώδυνη ή να προκαλεί μούδιασμα. Έντονος πόνος, αλλαγή χρώματος των δακτύλων, ψυχρότητα ή αιμωδίες χρειάζονται άμεσο έλεγχο της εφαρμογής.
Το ασκησιολόγιο κατά τη διάρκεια της περίδεσης
Η περίδεση δεν σημαίνει ακινησία.
Αντίθετα, όταν δεν υπάρχει κάποια άλλη ιατρική αντένδειξη, η κίνηση αποτελεί βασικό τμήμα της θεραπείας.
Οι μύες που συσπώνται μέσα στην περίδεση δημιουργούν μία φυσική μηχανική αντλία. Η εναλλαγή σύσπασης και χαλάρωσης βοηθά τη μετακίνηση του υγρού.
Για τον λόγο αυτό ο ασθενής λαμβάνει συγκεκριμένο θεραπευτικό ασκησιολόγιο, ανάλογα με το άκρο που πάσχει και τις δυνατότητές του.
Μπορεί να περιλαμβάνει:
- κινήσεις δακτύλων και ποδοκνημικής ή καρπού,
- επαναλαμβανόμενες κινήσεις των μεγάλων αρθρώσεων,
- ήπια ενεργοποίηση των μυών,
- περπάτημα,
- κατάλληλες ασκήσεις ενδυνάμωσης,
- αναπνευστικές ασκήσεις και διαφραγματική αναπνοή.
Το πρόγραμμα δεν είναι ίδιο για όλους. Προσαρμόζεται στην ηλικία, στη φυσική κατάσταση, στο στάδιο του λεμφοιδήματος και στις συνοδές παθήσεις.
Ελαστικά ενδύματα συμπίεσης
Όταν μειωθεί επαρκώς ο όγκος του άκρου, συνήθως ακολουθεί η φάση διατήρησης.
Σε αυτή χρησιμοποιούνται ειδικά μανίκια, κάλτσες ή άλλα ενδύματα διαβαθμισμένης συμπίεσης, κατάλληλα επιλεγμένα ή κατασκευασμένα στις διαστάσεις του ασθενούς.
Η σωστή εφαρμογή είναι καθοριστική.
Ένα ένδυμα που είναι πολύ χαλαρό δεν προσφέρει επαρκή υποστήριξη, ενώ ένα ακατάλληλα στενό ένδυμα μπορεί να προκαλέσει προβλήματα.
Καθώς το μέγεθος του άκρου μεταβάλλεται, απαιτείται επανέλεγχος και πιθανώς αλλαγή του ενδύματος.
Φροντίδα του δέρματος
Η φροντίδα του δέρματος δεν είναι μία δευτερεύουσα λεπτομέρεια της θεραπείας.
Είναι βασικό μέτρο πρόληψης λοιμώξεων.
Το δέρμα πρέπει να διατηρείται:
- καθαρό,
- καλά στεγνωμένο,
- ενυδατωμένο,
- χωρίς ρωγμές και τραυματισμούς.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στις περιοχές μεταξύ των δακτύλων, όπου μία μυκητίαση ή μικρή πληγή μπορεί να λειτουργήσει ως πύλη εισόδου μικροβίων.
Οι μικροτραυματισμοί, οι εκδορές και τα εγκαύματα πρέπει να αντιμετωπίζονται έγκαιρα.
Αντιμετώπιση της ίνωσης
Όταν το λεμφοίδημα είναι χρόνιο, το πρόβλημα δεν είναι πλέον αποκλειστικά το υγρό.
Στους ιστούς αναπτύσσεται ίνωση και μπορεί να υπάρχει αυξημένος λιπώδης ιστός.
Η θεραπεία γίνεται επομένως περισσότερο απαιτητική και μπορεί να περιλαμβάνει ειδικές τεχνικές κινητοποίησης των ιστών, κατάλληλα υλικά κάτω από την περίδεση και προσαρμοσμένη συμπιεστική θεραπεία.
Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο η πρώιμη αντιμετώπιση είναι πολύ σημαντικότερη από την προσπάθεια θεραπείας ενός λεμφοιδήματος που έχει παραμείνει ανεξέλεγκτο επί χρόνια.
Διαλείπουσα πνευματική συμπίεση
Σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν συσκευές διαλείπουσας πνευματικής συμπίεσης.
Οι συσκευές αυτές διαθέτουν αεροθαλάμους που φουσκώνουν διαδοχικά και ασκούν ελεγχόμενη πίεση στο άκρο.
Μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμο συμπλήρωμα, αλλά δεν αντικαθιστούν την πλήρη αξιολόγηση και την ολοκληρωμένη θεραπεία.
Η συνεργασία του ασθενούς είναι καθοριστική
Στο λεμφοίδημα ο φυσικοθεραπευτής μπορεί να εφαρμόσει άριστα όλες τις τεχνικές, αλλά το αποτέλεσμα δύσκολα διατηρείται χωρίς τη συμμετοχή του ίδιου του ασθενούς.
Η θεραπεία απαιτεί συνέπεια.
Ο ασθενής πρέπει να συνεργαστεί ώστε:
- να ακολουθεί την περίδεση για το χρονικό διάστημα που έχει συμφωνηθεί,
- να φορά σωστά το συμπιεστικό ένδυμα,
- να πραγματοποιεί το ασκησιολόγιό του,
- να κινείται συστηματικά,
- να φροντίζει καθημερινά το δέρμα,
- να αναγνωρίζει εγκαίρως σημεία λοίμωξης,
- να παρακολουθεί τις μεταβολές του άκρου,
- να επανεξετάζεται όταν χρειάζεται.
Σε ένα προχωρημένο λεμφοίδημα η εντατική θεραπεία μπορεί να διαρκέσει αρκετό χρονικό διάστημα και κάποιες ημέρες η περίδεση μπορεί να είναι κουραστική ή άβολη.
Εδώ δημιουργείται ουσιαστικά μία θεραπευτική συνεργασία μεταξύ ασθενούς και φυσικοθεραπευτή.
Ο ασθενής πρέπει να γνωρίζει όχι μόνο τι πρέπει να κάνει, αλλά και γιατί το κάνει.
Όταν κατανοεί ότι οι ασκήσεις μέσα στην περίδεση, για παράδειγμα, δεν αποτελούν μία τυπική οδηγία αλλά βοηθούν ενεργά την αντλία των μυών και την αποσυμφόρηση, είναι πολύ ευκολότερο να συμμετέχει συστηματικά.
Η ψυχολογική διάσταση του λεμφοιδήματος
Ένα έντονο λεμφοίδημα μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την καθημερινότητα.
Η αλλαγή της εικόνας του σώματος, η δυσκολία στο ντύσιμο, στη βάδιση ή στην εργασία, η ανάγκη καθημερινής συμπίεσης και ο φόβος πιθανής επιδείνωσης μπορούν να επιβαρύνουν ψυχολογικά τον ασθενή.
Η ψυχολογική υποστήριξη και η καλή σχέση με τη θεραπευτική ομάδα έχουν επομένως ουσιαστική αξία.
Η καλή ψυχολογική κατάσταση δεν «θεραπεύει» από μόνη της το λεμφοίδημα. Βοηθά όμως τον ασθενή να διαχειριστεί μία χρόνια κατάσταση, να διατηρήσει τη δραστηριότητά του και κυρίως να παραμείνει συνεπής στη θεραπεία και στην αυτοδιαχείρισή του.
Ο φυσικοθεραπευτής οφείλει να θέτει ρεαλιστικούς στόχους και να δείχνει στον ασθενή την πρόοδο με αντικειμενικά στοιχεία, όπως η μείωση των περιμέτρων, η βελτίωση της κινητικότητας, η μαλάκυνση των ιστών και η καλύτερη λειτουργικότητα.
Ακόμη και σε ένα χρόνιο λεμφοίδημα, η διαφορά που μπορεί να επιτευχθεί με σωστή και συνεπή θεραπεία μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Η θεραπεία έχει δύο βασικές φάσεις
1. Εντατική φάση αποσυμφόρησης
Στόχος είναι να μειωθεί όσο είναι δυνατόν το οίδημα και να βελτιωθεί η κατάσταση των ιστών.
Συνδυάζονται συνήθως:
- λεμφική παροχέτευση,
- πολυστρωματική συμπιεστική περίδεση,
- θεραπευτικό ασκησιολόγιο,
- φροντίδα δέρματος,
- εκπαίδευση του ασθενούς.
2. Φάση διατήρησης
Αφού επιτευχθεί η αποσυμφόρηση, στόχος είναι να μη χαθεί το αποτέλεσμα.
Ο ασθενής συνεχίζει με:
- κατάλληλο ένδυμα συμπίεσης,
- άσκηση και φυσική δραστηριότητα,
- φροντίδα του δέρματος,
- τεχνικές αυτοδιαχείρισης που έχει διδαχθεί,
- τακτική επανεκτίμηση όταν χρειάζεται.
Η δεύτερη φάση είναι συχνά μακροχρόνια, επειδή στις περισσότερες περιπτώσεις το λεμφοίδημα αποτελεί χρόνια κατάσταση που χρειάζεται διαχείριση και όχι μία θεραπεία λίγων ημερών.
Μπορεί το λεμφοίδημα να θεραπευτεί;
Στις περισσότερες χρόνιες μορφές ο σωστότερος στόχος είναι ο μακροχρόνιος έλεγχος και όχι η υπόσχεση οριστικής ίασης.
Με κατάλληλη αντιμετώπιση όμως μπορούμε να επιτύχουμε:
- σημαντική μείωση του οιδήματος,
- μικρότερο βάρος και αίσθημα τάσης,
- καλύτερη κινητικότητα,
- βελτίωση της λειτουργίας του άκρου,
- καλύτερη κατάσταση του δέρματος,
- περιορισμό της ίνωσης,
- μικρότερη πιθανότητα λοιμώξεων,
- καλύτερη ποιότητα ζωής.
Όσο νωρίτερα ξεκινήσει η θεραπεία, τόσο περισσότερες είναι συνήθως οι δυνατότητες ελέγχου.
Συμπέρασμα
Το λεμφοίδημα είναι πολύ περισσότερο από μία απλή κατακράτηση υγρού.
Μπορεί να οφείλεται σε συγγενή ανεπάρκεια του λεμφικού δικτύου, σε μειωμένο αριθμό ή δυσλειτουργία λεμφικών αγγείων και λεμφαδένων, αλλά και να εμφανιστεί δευτεροπαθώς μετά από χειρουργείο, αφαίρεση λεμφαδένων, ακτινοθεραπεία, τραυματισμό, φλεβική νόσο, λοίμωξη ή ακόμη και παρασιτική προσβολή όπως η λεμφική φιλαρίαση.
Όταν αφεθεί χωρίς σωστή αντιμετώπιση μπορεί να εξελιχθεί σε σημαντική ίνωση, αλλοιώσεις του δέρματος, λεμφόρροια, τραυματισμούς και επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις.
Η αποτελεσματική θεραπεία απαιτεί ολοκληρωμένη προσέγγιση.
Η εξειδικευμένη λεμφική παροχέτευση, η σωστή συμπιεστική περίδεση, το εξατομικευμένο ασκησιολόγιο, η φροντίδα του δέρματος και η κατάλληλη συμπίεση στη φάση διατήρησης αποτελούν τους βασικούς πυλώνες της φυσικοθεραπευτικής αντιμετώπισης.
Πάνω από όλα όμως χρειάζεται μία σταθερή συνεργασία ανάμεσα στον ασθενή και τον θεραπευτή.
Στο λεμφοίδημα η επιτυχία δεν κρίνεται μόνο από το τι γίνεται μέσα στη συνεδρία. Κρίνεται και από το πόσο καλά ο ασθενής έχει μάθει να ελέγχει ο ίδιος την πάθησή του στην καθημερινή του ζωή.