Εισαγωγή
Το εξάρθρημα της επιγονατίδας αποτελεί μία από τις συχνότερες τραυματικές κακώσεις του γόνατος, ιδιαίτερα σε εφήβους, νεαρούς ενήλικες και άτομα που συμμετέχουν σε αθλητικές δραστηριότητες. Συνήθως συμβαίνει κατά τη διάρκεια μιας απότομης αλλαγής κατεύθυνσης, μιας λανθασμένης προσγείωσης μετά από άλμα ή έπειτα από μια περιστροφική κίνηση του γόνατος. Ωστόσο, δεν είναι απαραίτητο να προηγηθεί έντονη αθλητική δραστηριότητα, καθώς μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και μετά από ένα απλό στραβοπάτημα ή μια πτώση.
Για τους περισσότερους ανθρώπους, η εμπειρία είναι ιδιαίτερα επώδυνη και ανησυχητική. Η αίσθηση ότι «το γόνατο βγήκε από τη θέση του» συνοδεύεται συχνά από έντονο πόνο, οίδημα και δυσκολία στη βάδιση. Παρόλο που σε αρκετές περιπτώσεις η επιγονατίδα επανέρχεται αυτόματα στη φυσιολογική της θέση, αυτό δεν σημαίνει ότι ο τραυματισμός είναι ήπιος. Τη στιγμή του εξαρθρήματος μπορεί να προκληθούν βλάβες στους συνδέσμους που σταθεροποιούν την επιγονατίδα, στον αρθρικό χόνδρο ή ακόμη και στο υποκείμενο οστό.
Η σωστή αντιμετώπιση από τα πρώτα στάδια του τραυματισμού παίζει καθοριστικό ρόλο τόσο στην επούλωση των τραυματισμένων ιστών όσο και στη μείωση του κινδύνου νέων επεισοδίων. Η σύγχρονη θεραπευτική προσέγγιση δεν περιορίζεται μόνο στην ανακούφιση από τον πόνο ή στην αποκατάσταση της κίνησης του γόνατος. Δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην αποκατάσταση της μυϊκής δύναμης, της σταθερότητας, της ιδιοδεκτικότητας και του νευρομυϊκού ελέγχου, ώστε ο ασθενής να επιστρέψει με ασφάλεια στις καθημερινές ή αθλητικές του δραστηριότητες.
Στο άρθρο αυτό θα αναλύσουμε τι είναι το εξάρθρημα της επιγονατίδας, πώς προκαλείται, ποιοι παράγοντες αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισής του, ποια είναι τα χαρακτηριστικά συμπτώματα και πώς γίνεται η διάγνωση. Ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στη φυσικοθεραπευτική αποκατάσταση, η οποία αποτελεί βασικό παράγοντα για την αποκατάσταση της λειτουργικότητας του γόνατος και τη μείωση του κινδύνου υποτροπής.
Τι είναι το εξάρθρημα της επιγονατίδας;
Η επιγονατίδα είναι ένα μικρό οστό που βρίσκεται στο πρόσθιο μέρος του γόνατος και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του μηχανισμού που επιτρέπει στο γόνατο να λυγίζει και να τεντώνει ομαλά. Παρότι το μέγεθός της είναι μικρό, ο ρόλος της είναι ιδιαίτερα σημαντικός, καθώς λειτουργεί σαν μια φυσική «τροχαλία» για τον τετρακέφαλο μυ. Με αυτόν τον τρόπο αυξάνει την αποτελεσματικότητα του μυός, διευκολύνοντας κινήσεις όπως το περπάτημα, το ανέβασμα σκάλας, το κάθισμα, το τρέξιμο και το άλμα.
Κατά την κίνηση του γόνατος, η επιγονατίδα δεν κινείται ελεύθερα. Ολισθαίνει μέσα σε μια ειδική αύλακα που βρίσκεται στο κάτω άκρο του μηριαίου οστού. Η αύλακα αυτή λειτουργεί σαν ένας φυσικός οδηγός, διατηρώντας την επιγονατίδα στη σωστή θέση σε κάθε στάδιο της κάμψης και της έκτασης του γόνατος.
Η σταθερότητα της επιγονατίδας εξαρτάται από τη συνεργασία πολλών διαφορετικών δομών. Το σχήμα των οστών, οι σύνδεσμοι που την συγκρατούν, οι τένοντες και οι μύες του μηρού λειτουργούν αρμονικά, ώστε η επιγονατίδα να ακολουθεί μια ομαλή και ελεγχόμενη πορεία κατά την κίνηση. Όταν κάποιος από αυτούς τους μηχανισμούς δεν λειτουργεί σωστά ή όταν ασκηθεί μεγάλη δύναμη στο γόνατο, η επιγονατίδα μπορεί να μετακινηθεί έξω από τη φυσιολογική της θέση.
Το εξάρθρημα της επιγονατίδας είναι η πλήρης μετατόπιση της επιγονατίδας έξω από την αύλακα του μηριαίου οστού. Στις περισσότερες περιπτώσεις μετατοπίζεται προς την έξω πλευρά του γόνατος, καθώς αυτή είναι η κατεύθυνση προς την οποία ασκούνται οι μεγαλύτερες δυνάμεις κατά την κίνηση. Πάνω από το 90% των εξαρθρημάτων ακολουθούν αυτή την πορεία, ενώ οι υπόλοιπες μορφές είναι ιδιαίτερα σπάνιες και συνήθως σχετίζονται με ειδικές ανατομικές ιδιαιτερότητες ή σοβαρούς τραυματισμούς.
Το εξάρθρημα μπορεί να είναι πρωτοπαθές, όταν συμβαίνει για πρώτη φορά, ή υποτροπιάζον, όταν η επιγονατίδα παρουσιάζει επανειλημμένα επεισόδια αστάθειας ή εξαρθρήματος. Στην πρώτη περίπτωση συνήθως προηγείται ένας τραυματισμός, ενώ στη δεύτερη συχνά συνυπάρχουν ανατομικοί ή λειτουργικοί παράγοντες που διευκολύνουν τη μετατόπιση της επιγονατίδας.
Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι, ακόμη και όταν η επιγονατίδα επανέλθει αυτόματα στη θέση της, ο τραυματισμός δεν θεωρείται ασήμαντος. Τη στιγμή του εξαρθρήματος μπορεί να προκληθούν κακώσεις στους συνδέσμους που συγκρατούν την επιγονατίδα, βλάβες στον αρθρικό χόνδρο ή ακόμη και μικρά οστεοχόνδρινα κατάγματα. Για τον λόγο αυτό, κάθε πρώτο επεισόδιο εξαρθρήματος πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά, ώστε να αποκλειστούν συνοδές βλάβες και να σχεδιαστεί το κατάλληλο πρόγραμμα αποκατάστασης.
Αίτια και παράγοντες κινδύνου
Το εξάρθρημα της επιγονατίδας μπορεί να προκληθεί είτε από έναν έντονο τραυματισμό είτε επειδή το γόνατο παρουσιάζει ανατομικές ή λειτουργικές ιδιαιτερότητες που διευκολύνουν τη μετατόπιση της επιγονατίδας. Στην καθημερινή κλινική πράξη, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν ευθύνεται ένας μόνο παράγοντας, αλλά ο συνδυασμός ενός τραυματικού μηχανισμού με μια προϋπάρχουσα προδιάθεση.
1. Πώς προκαλείται το εξάρθρημα της επιγονατίδας;
Ο συχνότερος μηχανισμός τραυματισμού είναι μια απότομη στροφική κίνηση του σώματος, ενώ το πέλμα παραμένει σταθερά στο έδαφος και το γόνατο βρίσκεται σε ελαφρά κάμψη. Τη στιγμή αυτή αναπτύσσονται μεγάλες δυνάμεις στην άρθρωση, οι οποίες μπορεί να ωθήσουν την επιγονατίδα έξω από τη φυσιολογική της πορεία.
Το εξάρθρημα εμφανίζεται συχνά κατά τη διάρκεια μιας ξαφνικής αλλαγής κατεύθυνσης, μιας λανθασμένης προσγείωσης μετά από άλμα ή μιας απότομης επιβράδυνσης. Δεν είναι τυχαίο ότι αποτελεί έναν από τους συχνότερους τραυματισμούς σε αθλήματα που απαιτούν εκρηκτικές κινήσεις και γρήγορες μεταβολές της κατεύθυνσης.
Αθλήματα στα οποία παρατηρείται συχνότερα περιλαμβάνουν:
- Ποδόσφαιρο
- Καλαθοσφαίριση (μπάσκετ)
- Πετοσφαίριση (βόλεϊ)
- Χειροσφαίριση (χάντμπολ)
- Τένις
- Σκι
- Ενόργανη γυμναστική
- Χορό και άλλες δραστηριότητες με άλματα ή στροφικές κινήσεις
Ωστόσο, το εξάρθρημα δεν αφορά μόνο τους αθλητές. Ένα γλίστρημα, μια πτώση από σκάλα, ένα στραβοπάτημα ή ακόμη και μια απότομη στροφή του σώματος κατά το περπάτημα μπορεί να είναι αρκετά για να προκαλέσουν το πρώτο επεισόδιο, ιδιαίτερα όταν υπάρχει προδιάθεση.
2. Γιατί κάποιοι άνθρωποι παθαίνουν ευκολότερα εξάρθρημα;
Ένα ερώτημα που ακούμε πολύ συχνά από τους ασθενείς είναι: «Γιατί συνέβη σε εμένα;»
Η απάντηση είναι ότι αρκετοί άνθρωποι έχουν ανατομικά ή λειτουργικά χαρακτηριστικά που αυξάνουν την πιθανότητα να μετακινηθεί η επιγονατίδα εκτός της φυσιολογικής της θέσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα εμφανίσουν σίγουρα εξάρθρημα, αλλά ότι χρειάζεται μικρότερη δύναμη για να συμβεί ο τραυματισμός.
Οι σημαντικότεροι παράγοντες κινδύνου είναι:
3. Ρηχότερη αύλακα του μηριαίου οστού
Η επιγονατίδα κινείται μέσα σε μια φυσική αύλακα του μηριαίου οστού. Όταν αυτή η αύλακα είναι πιο ρηχή από το φυσιολογικό, η επιγονατίδα δεν συγκρατείται αποτελεσματικά και μπορεί να μετακινηθεί πιο εύκολα προς τα έξω.
4. Ψηλή θέση της επιγονατίδας
Σε ορισμένους ανθρώπους η επιγονατίδα βρίσκεται ελαφρώς ψηλότερα από το φυσιολογικό. Αυτό σημαίνει ότι καθυστερεί να «μπει» μέσα στην αύλακα κατά την κάμψη του γόνατος, με αποτέλεσμα να είναι λιγότερο σταθερή στις πρώτες μοίρες της κίνησης.
5. Αυξημένη χαλαρότητα των συνδέσμων
Άτομα με μεγαλύτερη ελαστικότητα στους συνδέσμους ή γενικευμένη υπερκινητικότητα των αρθρώσεων παρουσιάζουν μικρότερη παθητική σταθερότητα στο γόνατο. Σε αυτές τις περιπτώσεις η επιγονατίδα μπορεί να μετατοπιστεί ευκολότερα ακόμη και μετά από σχετικά μικρό τραυματισμό.
6. Μυϊκή αδυναμία και μειωμένος έλεγχος της κίνησης
Η σωστή λειτουργία της επιγονατίδας δεν εξαρτάται μόνο από τα οστά και τους συνδέσμους. Εξίσου σημαντικό ρόλο παίζουν οι μύες του μηρού, του ισχίου και της λεκάνης, οι οποίοι καθοδηγούν την κίνηση του κάτω άκρου.
Όταν υπάρχει μυϊκή αδυναμία ή μειωμένος νευρομυϊκός έλεγχος, το γόνατο μπορεί να χάνει τη σωστή του ευθυγράμμιση κατά τη διάρκεια του τρεξίματος, των αλμάτων ή των αλλαγών κατεύθυνσης, αυξάνοντας τις δυνάμεις που ασκούνται στην επιγονατίδα.
7. Ανατομική ευθυγράμμιση του κάτω άκρου
Σε ορισμένους ανθρώπους η συνολική ευθυγράμμιση του κάτω άκρου ευνοεί την πλάγια μετατόπιση της επιγονατίδας. Παράγοντες όπως η αυξημένη γωνία έλξης του τετρακεφάλου, η βλαισότητα των γονάτων ή άλλες ανατομικές ιδιαιτερότητες μπορούν να επηρεάσουν τη μηχανική της άρθρωσης και να αυξήσουν τον κίνδυνο εξαρθρήματος.
Αξίζει να γνωρίζετε
Το πρώτο εξάρθρημα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα ακολουθήσουν και άλλα. Ωστόσο, όταν συνυπάρχουν περισσότεροι από ένας παράγοντες κινδύνου, όπως νεαρή ηλικία, αυξημένη χαλαρότητα των συνδέσμων και συγκεκριμένες ανατομικές ιδιαιτερότητες, η πιθανότητα υποτροπής αυξάνεται σημαντικά. Για τον λόγο αυτό, μετά από κάθε πρώτο επεισόδιο είναι σημαντικό να γίνεται ολοκληρωμένη αξιολόγηση, ώστε να σχεδιαστεί ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα αποκατάστασης και πρόληψης.
Συμπτώματα
Η κλινική εικόνα του εξαρθρήματος της επιγονατίδας μπορεί να διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Εξαρτάται από τη βαρύτητα του τραυματισμού, από το αν πρόκειται για το πρώτο επεισόδιο ή για υποτροπιάζον εξάρθρημα, καθώς και από το εάν έχουν προκληθεί συνοδές κακώσεις στους συνδέσμους, στον αρθρικό χόνδρο ή στα οστά του γόνατος.
Στις περισσότερες περιπτώσεις τα συμπτώματα εμφανίζονται αμέσως μετά τον τραυματισμό και είναι αρκετά χαρακτηριστικά.
1. Έντονος πόνος
Το πρώτο και πιο χαρακτηριστικό σύμπτωμα είναι ο έντονος πόνος στην πρόσθια επιφάνεια του γόνατος. Ο πόνος εμφανίζεται τη στιγμή του τραυματισμού και μπορεί να είναι τόσο έντονος ώστε ο ασθενής να αδυνατεί να συνεχίσει την άθληση ή ακόμη και να στηρίξει το βάρος του στο τραυματισμένο πόδι.
Ακόμη και όταν η επιγονατίδα επανέλθει αυτόματα στη θέση της, ο πόνος συνήθως παραμένει, καθώς οι ιστοί που σταθεροποιούν την επιγονατίδα έχουν υποστεί κάκωση.
2. Οίδημα (πρήξιμο)
Μέσα στις πρώτες ώρες μετά τον τραυματισμό εμφανίζεται συνήθως έντονο πρήξιμο στο γόνατο.
Το οίδημα οφείλεται στη φλεγμονώδη αντίδραση του οργανισμού και πολλές φορές συνοδεύεται από αιμορραγία μέσα στην άρθρωση (αιμάρθρο), ιδιαίτερα όταν έχουν τραυματιστεί σύνδεσμοι ή ο αρθρικός χόνδρας.
Το πρήξιμο μπορεί να περιορίσει σημαντικά την κίνηση του γόνατος και να δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τη βάδιση.
3. Αίσθημα ότι το γόνατο «φεύγει»
Πολλοί ασθενείς περιγράφουν ότι ένιωσαν το γόνατό τους να «γλιστρά» ή να «βγαίνει από τη θέση του».
Ακόμη και μετά την ανάταξη του εξαρθρήματος, αρκετοί συνεχίζουν να αισθάνονται ανασφάλεια όταν περπατούν ή όταν προσπαθούν να αλλάξουν κατεύθυνση.
Το αίσθημα αυτό δεν σχετίζεται μόνο με τον τραυματισμό των συνδέσμων. Οφείλεται και στη διαταραχή της ιδιοδεκτικότητας, δηλαδή της ικανότητας του οργανισμού να αντιλαμβάνεται τη θέση και την κίνηση της άρθρωσης.
4. Δυσκολία στη βάδιση
Η βάδιση γίνεται συνήθως επώδυνη, ιδιαίτερα τις πρώτες ημέρες.
Ο ασθενής συχνά κουτσαίνει ή αποφεύγει να φορτίσει το τραυματισμένο πόδι, τόσο λόγω του πόνου όσο και επειδή αισθάνεται ότι το γόνατο δεν είναι σταθερό.
Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί προσωρινή χρήση βακτηριών μέχρι να μειωθεί ο πόνος και να βελτιωθεί ο έλεγχος της άρθρωσης.
5. Περιορισμός της κίνησης
Η κάμψη και η έκταση του γόνατος μπορεί να είναι περιορισμένες.
Αυτό οφείλεται στον πόνο, στο οίδημα αλλά και στον προστατευτικό μηχανισμό του οργανισμού, καθώς οι μύες γύρω από το γόνατο συσπώνται αντανακλαστικά για να προστατεύσουν την τραυματισμένη περιοχή.
6. Παραμόρφωση του γόνατος
Όταν η επιγονατίδα παραμένει εξαρθρωμένη, είναι συχνά εμφανής μια χαρακτηριστική παραμόρφωση στο πρόσθιο μέρος του γόνατος, καθώς η επιγονατίδα έχει μετακινηθεί προς την έξω πλευρά.
Πρόκειται για μια κατάσταση που απαιτεί άμεση ιατρική αξιολόγηση και δεν πρέπει να επιχειρείται ανάταξη χωρίς την καθοδήγηση εξειδικευμένου επαγγελματία υγείας.
Πότε πρέπει να αναζητήσετε άμεσα ιατρική βοήθεια;
Παρότι αρκετά εξαρθρήματα ανατάσσονται αυτόματα, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται άμεση αξιολόγηση από ορθοπαιδικό.
Αναζητήστε άμεσα ιατρική βοήθεια εάν:
- η επιγονατίδα παραμένει εκτός της φυσιολογικής της θέσης,
- ο πόνος είναι πολύ έντονος και δεν υποχωρεί,
- δεν μπορείτε να στηρίξετε καθόλου το πόδι,
- το γόνατο παρουσιάσει έντονο πρήξιμο μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα,
- αισθάνεστε ότι το γόνατο «μπλοκάρει» και δεν μπορεί να κινηθεί φυσιολογικά,
- εμφανιστεί μούδιασμα ή αλλαγή στο χρώμα του ποδιού.
Η έγκαιρη διάγνωση βοηθά στην αναγνώριση πιθανών συνοδών κακώσεων και επιτρέπει την έναρξη της κατάλληλης θεραπείας χωρίς καθυστέρηση.
Διάγνωση
Η σωστή διάγνωση αποτελεί το πρώτο και σημαντικότερο βήμα για την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας. Παρότι το εξάρθρημα της επιγονατίδας είναι συχνά εύκολο να αναγνωριστεί από το ιστορικό και την κλινική εικόνα, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διερευνηθεί εάν έχουν προκληθεί συνοδές βλάβες στους συνδέσμους, στον αρθρικό χόνδρο ή στα οστά του γόνατος.
Για τον λόγο αυτό, η διάγνωση δεν περιορίζεται μόνο στην επιβεβαίωση ότι υπήρξε εξάρθρημα, αλλά περιλαμβάνει και την αξιολόγηση όλων των παραγόντων που μπορεί να επηρεάσουν τη θεραπεία και τον κίνδυνο υποτροπής.
1. Λήψη ιστορικού
Η αξιολόγηση ξεκινά με τη λήψη ενός αναλυτικού ιστορικού.
Ο ορθοπαιδικός ή ο φυσικοθεραπευτής θα ζητήσει πληροφορίες σχετικά με:
- τον τρόπο με τον οποίο συνέβη ο τραυματισμός,
- εάν πρόκειται για πρώτο ή επαναλαμβανόμενο επεισόδιο,
- το επίπεδο αθλητικής δραστηριότητας,
- προηγούμενους τραυματισμούς του γόνατος,
- την ύπαρξη επεισοδίων όπου το γόνατο έδινε την αίσθηση ότι «φεύγει», ακόμη και χωρίς πλήρες εξάρθρημα.
Οι πληροφορίες αυτές βοηθούν σημαντικά στην κατανόηση του μηχανισμού του τραυματισμού και στον σχεδιασμό της θεραπείας.
2. Κλινική εξέταση
Κατά την κλινική εξέταση αξιολογούνται:
- η παρουσία οιδήματος,
- η ευαισθησία στην περιοχή των τραυματισμένων συνδέσμων,
- το εύρος κίνησης του γόνατος,
- η σταθερότητα της επιγονατίδας,
- η λειτουργία των μυών του μηρού και του ισχίου,
- η ευθυγράμμιση του κάτω άκρου,
- ο τρόπος βάδισης.
Μετά την υποχώρηση του οξέος πόνου, πραγματοποιείται και λειτουργική αξιολόγηση, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν υπάρχουν διαταραχές στην ισορροπία, στον έλεγχο της κίνησης ή στη μηχανική του κάτω άκρου, οι οποίες μπορεί να συνέβαλαν στον τραυματισμό ή να αυξάνουν τον κίνδυνο υποτροπής.
3. Απεικονιστικές εξετάσεις
Ακτινογραφία
Η ακτινογραφία αποτελεί συνήθως την πρώτη απεικονιστική εξέταση που πραγματοποιείται.
Στόχος της είναι να αποκλείσει την ύπαρξη κατάγματος, να αξιολογήσει τη θέση της επιγονατίδας και να αναδείξει πιθανές ανατομικές ιδιαιτερότητες που μπορεί να σχετίζονται με το εξάρθρημα.
Μαγνητική τομογραφία
Η μαγνητική τομογραφία είναι η σημαντικότερη εξέταση για την αξιολόγηση των μαλακών μορίων του γόνατος.
Μπορεί να αναδείξει:
- τραυματισμούς στους συνδέσμους που συγκρατούν την επιγονατίδα,
- βλάβες του αρθρικού χόνδρου,
- οστεοχόνδρινα κατάγματα,
- οστικό οίδημα,
- συνοδές κακώσεις άλλων δομών της άρθρωσης.
Για τον λόγο αυτό, ιδιαίτερα μετά από ένα πρώτο εξάρθρημα, η μαγνητική τομογραφία αποτελεί πολύτιμο εργαλείο για τον σωστό σχεδιασμό της θεραπείας.
Η σημασία της φυσικοθεραπευτικής αξιολόγησης
Εκτός από τη διάγνωση της βλάβης, ιδιαίτερα σημαντική είναι και η λειτουργική αξιολόγηση που πραγματοποιεί ο φυσικοθεραπευτής.
Στόχος δεν είναι μόνο να διαπιστωθεί τι τραυματίστηκε, αλλά και να εντοπιστούν οι παράγοντες που οδήγησαν στο εξάρθρημα ή που θα μπορούσαν να προκαλέσουν ένα νέο επεισόδιο στο μέλλον.
Κατά τη φυσικοθεραπευτική αξιολόγηση εξετάζονται μεταξύ άλλων:
- η μυϊκή δύναμη του κάτω άκρου,
- η κινητικότητα του γόνατος,
- η σταθερότητα της επιγονατίδας,
- η λειτουργία των μυών του ισχίου,
- η ισορροπία,
- η ιδιοδεκτικότητα,
- η ποιότητα της βάδισης,
- η τεχνική κατά το κάθισμα, το ανέβασμα σκάλας, το άλμα και την προσγείωση.
Η αξιολόγηση αυτή επιτρέπει τη δημιουργία ενός εξατομικευμένου προγράμματος αποκατάστασης, προσαρμοσμένου στις ανάγκες και στους στόχους κάθε ασθενούς, είτε πρόκειται για έναν άνθρωπο που θέλει να επιστρέψει στις καθημερινές του δραστηριότητες είτε για έναν αθλητή που επιδιώκει να επιστρέψει με ασφάλεια στην αγωνιστική δράση.
Τι πρέπει να κάνετε αμέσως μετά το εξάρθρημα της επιγονατίδας;
Οι πρώτες ώρες μετά τον τραυματισμό είναι ιδιαίτερα σημαντικές. Οι σωστές κινήσεις μπορούν να περιορίσουν τον πόνο και το οίδημα, να προστατεύσουν τους τραυματισμένους ιστούς και να διευκολύνουν την αποκατάσταση.
Αντίθετα, η βιαστική επιστροφή στη δραστηριότητα ή οι λανθασμένοι χειρισμοί μπορεί να επιδεινώσουν την κάκωση.
1. Μην προσπαθήσετε να συνεχίσετε τη δραστηριότητά σας
Εάν το εξάρθρημα συνέβη κατά τη διάρκεια αθλητικής δραστηριότητας ή άσκησης, διακόψτε αμέσως. Η συνέχιση της προσπάθειας μπορεί να προκαλέσει επιπλέον τραυματισμό στους συνδέσμους ή στον αρθρικό χόνδρο.
2. Μην επιχειρήσετε μόνοι σας να επαναφέρετε την επιγονατίδα
Εάν η επιγονατίδα παραμένει εκτός της φυσιολογικής της θέσης, μην προσπαθήσετε να την επαναφέρετε μόνοι σας ή με τη βοήθεια τρίτων.
Η ανάταξη πρέπει να γίνεται από επαγγελματία υγείας, αφού προηγηθεί η κατάλληλη αξιολόγηση. Λανθασμένοι χειρισμοί μπορεί να προκαλέσουν επιπλέον τραυματισμούς.
3. Εφαρμόστε πάγο
Η εφαρμογή πάγου μπορεί να βοηθήσει στη μείωση του πόνου και του οιδήματος.
Τοποθετήστε πάγο τυλιγμένο σε πετσέτα για περίπου 15-20 λεπτά κάθε 2-3 ώρες κατά το πρώτο 24ωρο ή 48ωρο. Αποφύγετε την άμεση επαφή του πάγου με το δέρμα, καθώς μπορεί να προκαλέσει έγκαυμα από το ψύχος.
4. Περιορίστε τη φόρτιση του τραυματισμένου ποδιού
Αν η βάδιση είναι ιδιαίτερα επώδυνη ή υπάρχει αίσθημα έντονης αστάθειας, αποφύγετε να φορτίζετε το τραυματισμένο πόδι μέχρι να αξιολογηθείτε από ορθοπαιδικό.
Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί προσωρινή χρήση βακτηριών ή ειδικού νάρθηκα, ανάλογα με τη βαρύτητα του τραυματισμού.
5. Αναζητήστε άμεσα ιατρική αξιολόγηση
Ακόμη και όταν η επιγονατίδα επανέλθει αυτόματα στη θέση της και ο πόνος αρχίσει να υποχωρεί, είναι σημαντικό να εξεταστείτε από ορθοπαιδικό.
Το πρώτο εξάρθρημα μπορεί να συνοδεύεται από τραυματισμούς που δεν είναι εμφανείς χωρίς κλινική εξέταση ή απεικονιστικό έλεγχο.
Τι πρέπει να αποφύγετε
Μέχρι να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση και να σας δοθούν οδηγίες από τον θεράποντα ιατρό ή τον φυσικοθεραπευτή σας, καλό είναι να αποφεύγετε:
- Να επιστρέψετε στην άθληση επειδή μειώθηκε ο πόνος.
- Βαθιά καθίσματα και προβολές.
- Άλματα ή τρέξιμο.
- Απότομες αλλαγές κατεύθυνσης.
- Παρατεταμένη ορθοστασία όταν υπάρχει έντονο οίδημα.
- Κινήσεις που προκαλούν αίσθημα αστάθειας ή φόβο ότι η επιγονατίδα θα «ξαναφύγει».
Ένα συχνό λάθος
Ένα από τα συχνότερα λάθη που συναντάμε είναι ότι αρκετοί ασθενείς θεωρούν πως, εφόσον η επιγονατίδα επέστρεψε στη θέση της και ο πόνος άρχισε να υποχωρεί, δεν χρειάζεται περαιτέρω αντιμετώπιση.
Στην πραγματικότητα, το πρώτο εξάρθρημα μπορεί να έχει προκαλέσει βλάβες στους σταθεροποιητικούς ιστούς της επιγονατίδας, οι οποίες δεν γίνονται πάντα άμεσα αντιληπτές. Η έγκαιρη αξιολόγηση και η έναρξη ενός εξατομικευμένου προγράμματος φυσικοθεραπευτικής αποκατάστασης συμβάλλουν σημαντικά στη μείωση του κινδύνου υποτροπής και στην ασφαλή επιστροφή στις καθημερινές και αθλητικές δραστηριότητες.
Ο ρόλος της φυσικοθεραπείας στο εξάρθρημα επιγονατίδας
Η φυσικοθεραπεία αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στάδια στην αντιμετώπιση του εξαρθρήματος της επιγονατίδας, είτε πρόκειται για ένα πρώτο επεισόδιο που αντιμετωπίζεται συντηρητικά είτε για αποκατάσταση μετά από χειρουργική σταθεροποίηση.
Μετά από ένα εξάρθρημα δεν έχει τραυματιστεί απλώς «η επιγονατίδα». Συχνά υπάρχει κάκωση των έσω σταθεροποιητικών δομών —ιδιαίτερα του έσω επιγονατιδομηριαίου συνδέσμου (MPFL)—, αιμάρθρωση ή οίδημα, αναστολή του τετρακεφάλου, απώλεια κινητικότητας και, πολύ συχνά, έντονος φόβος του ασθενούς ότι η επιγονατίδα θα ξαναφύγει.
Για τον λόγο αυτό η αποκατάσταση δεν μπορεί να περιοριστεί σε μερικές ασκήσεις τετρακεφάλου.
Ο στόχος είναι να αποκατασταθεί ολόκληρος ο μηχανισμός ελέγχου του κάτω άκρου, από το ισχίο και τη λεκάνη μέχρι το γόνατο, την ποδοκνημική και το πέλμα. Η ευρωπαϊκή συναίνεση ESSKA προτείνει η φυσικοθεραπεία να περιλαμβάνει κινητικότητα, ενδυνάμωση τετρακεφάλου και γλουτιαίων, επανεκπαίδευση βάδισης, λειτουργικό νευρομυϊκό έλεγχο και, όταν απαιτείται, ειδική προετοιμασία για επιστροφή στον αθλητισμό.
Πρώτο στάδιο – έλεγχος πόνου, οιδήματος και προστασία του γόνατος
Μετά την ανάταξη και την απαραίτητη ορθοπαιδική αξιολόγηση, το γόνατο μπορεί να είναι αρκετά επώδυνο και πρησμένο.
Στο πρώτο στάδιο οι στόχοι είναι:
- η μείωση του πόνου και του οιδήματος,
- η προστασία των τραυματισμένων έσω σταθεροποιητικών δομών,
- η σταδιακή αποκατάσταση της έκτασης και της κάμψης,
- η επανενεργοποίηση του τετρακεφάλου,
- και η όσο το δυνατόν φυσιολογικότερη βάδιση.
Δεν επιδιώκουμε ούτε επιθετική κινητοποίηση ούτε παρατεταμένη ακινητοποίηση. Η πρόσφατη ευρωπαϊκή συναίνεση δεν έχει βρει σαφές μακροχρόνιο όφελος από παρατεταμένη χρήση νάρθηκα· όταν χρειάζεται, χρησιμοποιείται κυρίως για σύντομο διάστημα στην οξεία φάση και σύμφωνα με την ιατρική οδηγία.
Διαμαγνητική αντλία
Στη ΒΙΟΑΝΑΤΑΞΗ, σε ένα έντονα επώδυνο και οιδηματώδες γόνατο, η διαμαγνητική αντλία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως συμπληρωματικό φυσικό μέσο με στόχο τη διαχείριση του οιδήματος και του πόνου.
Η αξία της σε αυτή τη φάση είναι κυρίως υποστηρικτική: ένας ασθενής που πονά λιγότερο και έχει μικρότερο οίδημα μπορεί να ενεργοποιήσει ευκολότερα τον τετρακέφαλο και να ξεκινήσει νωρίτερα ελεγχόμενη κίνηση.
Δεν παρουσιάζουμε όμως τη διαμαγνητική θεραπεία ως μέσο που «κολλάει» τον MPFL ή σταθεροποιεί μηχανικά την επιγονατίδα. Η αποκατάσταση της λειτουργικής σταθερότητας προκύπτει κυρίως από την προοδευτική ενεργητική αποκατάσταση.
Θεραπεία με Laser υψηλής έντασης
Το High Intensity Laser Therapy – HILT μπορεί επίσης να ενταχθεί στο αρχικό στάδιο με στόχο κυρίως την αναλγησία και την καλύτερη ανοχή του ασθενούς στην κινητοποίηση και στην άσκηση.
Η εφαρμογή ενός φυσικού μέσου έχει αξία όταν εξυπηρετεί έναν συγκεκριμένο στόχο: να επιτρέψει στον ασθενή να κινηθεί καλύτερα και να περάσει ταχύτερα στο ενεργητικό μέρος της θεραπείας.
TECAR Therapy
Η TECAR μπορεί να χρησιμοποιηθεί συμπληρωματικά στους γύρω μαλακούς ιστούς, ιδιαίτερα όταν υπάρχει προστατευτική μυϊκή τάση ή δυσκαμψία.
Μπορούμε να δουλέψουμε περιοχές του τετρακεφάλου, των οπίσθιων μηριαίων και της γαστροκνημίας, αποφεύγοντας φυσικά επιθετικές εφαρμογές πάνω σε μια πρόσφατα τραυματισμένη έσω επιγονατιδική περιοχή.
Ο στόχος είναι η μείωση της δυσφορίας και η καλύτερη προετοιμασία του γόνατος για κίνηση.
Manual Therapy – προσεκτική κινητοποίηση και αποκατάσταση των μαλακών ιστών
Το Manual Therapy έχει σημαντικό ρόλο, αλλά στο εξάρθρημα επιγονατίδας απαιτεί πολύ σωστή επιλογή τεχνικής και φάσης.
Στις πρώτες ημέρες δεν επιχειρούμε επιθετικές κινήσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν την επιγονατίδα ξανά προς την κατεύθυνση της αστάθειας.
Ανάλογα με την κλινική εικόνα μπορούν να χρησιμοποιηθούν:
- ήπιες κινητοποιήσεις για αποκατάσταση της φυσιολογικής κινητικότητας της επιγονατίδας,
- κινητοποιήσεις της κνημομηριαίας άρθρωσης,
- τεχνικές μαλακών μορίων στον τετρακέφαλο,
- τεχνικές στους οπίσθιους μηριαίους και στη γαστροκνημία,
- κινητοποίηση ποδοκνημικής όταν υπάρχει περιορισμός,
- και σταδιακή αποκατάσταση της κάμψης και της έκτασης του γόνατος.
Δεν προσπαθούμε να «διορθώσουμε με τα χέρια την τροχιά της επιγονατίδας».
Προσπαθούμε να δημιουργήσουμε τις κατάλληλες συνθήκες ώστε το γόνατο να μπορεί να κινηθεί ξανά φυσιολογικά, χωρίς προστατευτικούς περιορισμούς και χωρίς περιττό πόνο.
Δεύτερο στάδιο – επανενεργοποίηση του τετρακεφάλου
Μετά από ένα εξάρθρημα και ιδιαίτερα όταν υπάρχει σημαντικό οίδημα, ο τετρακέφαλος μπορεί να παρουσιάσει έντονη αρθρογενή μυϊκή αναστολή. Ο ασθενής αισθάνεται ότι «δεν τον κρατάει το πόδι», ακόμη και αν πριν τον τραυματισμό ήταν πολύ δυνατός.
Η ενεργοποίηση του τετρακεφάλου αποτελεί επομένως βασική προτεραιότητα.
Ξεκινάμε ανάλογα με την περίπτωση με:
- ισομετρικές συσπάσεις,
- ενεργητική τελική έκταση,
- ανύψωση τεντωμένου σκέλους όταν μπορεί να γίνει χωρίς extension lag,
- ελεγχόμενες ασκήσεις κλειστής κινητικής αλυσίδας,
- και σταδιακά μεγαλύτερες αντιστάσεις.
Δεν προσπαθούμε να «απομονώσουμε τον έσω πλατύ» σαν να αποτελεί ξεχωριστό σύστημα σταθεροποίησης της επιγονατίδας.
Στόχος είναι η αποκατάσταση της συνολικής δύναμης και του νευρομυϊκού ελέγχου του τετρακεφάλου.
Ισοκινητικό δυναμόμετρο – από την εκτίμηση στην αντικειμενική μέτρηση
Ένα σημαντικό πλεονέκτημα μιας ολοκληρωμένης αποκατάστασης είναι ότι η δύναμη δεν χρειάζεται να αξιολογείται μόνο «με το μάτι».
Στη ΒΙΟΑΝΑΤΑΞΗ το ισοκινητικό δυναμόμετρο μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κατάλληλο στάδιο της αποκατάστασης ώστε να αξιολογηθούν αντικειμενικά:
- η δύναμη του τετρακεφάλου,
- η δύναμη των οπίσθιων μηριαίων,
- η διαφορά μεταξύ τραυματισμένου και υγιούς ποδιού,
- η μυϊκή αντοχή,
- και οι πιθανές ασυμμετρίες που παραμένουν πριν από την επιστροφή στον αθλητισμό.
Αυτό επιτρέπει να σχεδιάζεται η θεραπεία πάνω σε μετρήσιμα ελλείμματα και όχι μόνο στην υποκειμενική αίσθηση ότι «το γόνατο φαίνεται αρκετά δυνατό».
Η επιστροφή στον αθλητισμό μετά από επιγονατιδική αστάθεια πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια δύναμης και λειτουργίας και όχι αποκλειστικά στον χρόνο που έχει περάσει από τον τραυματισμό.
Τρίτο στάδιο – γλουτιαίοι, ισχίο και έλεγχος του κάτω άκρου
Ένα εξάρθρημα επιγονατίδας δεν είναι πάντα αποκλειστικά «πρόβλημα του γόνατος».
Κατά τη δυναμική φόρτιση μπορεί να υπάρχουν παράγοντες όπως:
- υπερβολική προσαγωγή του μηρού,
- αυξημένη έσω στροφή του ισχίου,
- δυναμική βλαισότητα του γόνατος,
- ανεπαρκής έλεγχος της λεκάνης,
- αυξημένη στροφή της κνήμης,
- ή συγκεκριμένα πρότυπα φόρτισης του ποδιού.
Οι παράγοντες αυτοί δεν υπάρχουν σε κάθε ασθενή και γι’ αυτό πρέπει να αξιολογούνται και όχι να θεωρούνται δεδομένοι. Η ESSKA αναφέρει ότι η αποκατάσταση πρέπει να αντιμετωπίζει ελλείμματα που μπορούν να αυξάνουν τη δυναμική βλαισότητα και τη στροφή του κάτω άκρου. Η ενδυνάμωση μπορεί επομένως να περιλαμβάνει:
- μέσο και μέγα γλουτιαίο,
- απαγωγούς του ισχίου,
- έξω στροφείς,
- τετρακέφαλο,
- οπίσθιους μηριαίους,
- γαστροκνήμιο,
- και συνολικά ολόκληρη την κινητική αλυσίδα.
Ακολουθούν:
- step-up και step-down,
- καθίσματα,
- προβολές,
- μονόποδα καθίσματα,
- ασκήσεις ισορροπίας,
- αλλαγές κατεύθυνσης,
- προσγειώσεις,
- και προοδευτικά αθλητικές κινήσεις.
Δυναμικό πελματογράφημα
Όταν από την κλινική εξέταση προκύπτει υποψία ότι το πάτημα συμμετέχει στον τρόπο με τον οποίο φορτίζεται το κάτω άκρο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί δυναμικό πελματογράφημα.
Μας επιτρέπει να αξιολογήσουμε:
- την κατανομή των πελματιαίων πιέσεων,
- πιθανές ασυμμετρίες δεξιού–αριστερού ποδιού,
- την πορεία φόρτισης του πέλματος,
- και τον τρόπο με τον οποίο το πόδι συμμετέχει στη συνολική κινητική αλυσίδα.
Το πελματογράφημα δεν χρησιμοποιείται για να πούμε αυθαίρετα ότι «αυτό το πάτημα προκάλεσε το εξάρθρημα».
Χρησιμοποιείται ως ένα ακόμη αντικειμενικό κομμάτι της βιομηχανικής αξιολόγησης, όταν υπάρχει πραγματική ένδειξη.
Τέταρτο στάδιο – ιδιοδεκτικότητα και νευρομυϊκός έλεγχος
Ένας ασθενής μπορεί να έχει αποκαταστήσει τη μυϊκή του δύναμη και παρ’ όλα αυτά να μην έχει αποκτήσει τον απαραίτητο έλεγχο σε γρήγορες και απρόβλεπτες κινήσεις.
Γι’ αυτό η αποκατάσταση εξελίσσεται σε:
- μονόποδη ισορροπία,
- δυναμική σταθεροποίηση,
- perturbation training,
- προσγείωση από άλμα,
- επιβράδυνση,
- αλλαγές κατεύθυνσης,
- lateral movements,
- hop tests,
- και ειδικές κινήσεις του αθλήματος.
Η βιβλιογραφία για την επιστροφή στον αθλητισμό μετά από επιγονατιδική αστάθεια προτείνει αξιολόγηση με δοκιμασίες όπως single-leg hop, lateral step-down, side hop, Y-Balance και δοκιμασίες προσγείωσης, σε συνδυασμό με αντικειμενική μέτρηση δύναμης και ψυχολογική ετοιμότητα.
Ο φόβος ότι «θα ξαναφύγει»
Αυτό είναι ένα κομμάτι που δεν πρέπει να υποτιμάται.
Μετά από ένα πραγματικό εξάρθρημα, αρκετοί ασθενείς αναπτύσσουν έντονο apprehension.
Αποφεύγουν:
- να στρίψουν,
- να τρέξουν,
- να αλλάξουν κατεύθυνση,
- να πατήσουν δυνατά,
- ακόμη και να λυγίσουν φυσιολογικά το γόνατο.
Η αποκατάσταση πρέπει επομένως να δώσει στον ασθενή όχι μόνο δύναμη αλλά και εμπιστοσύνη.
Αυτό επιτυγχάνεται με προοδευτική έκθεση στις κινήσεις που φοβάται, σε ελεγχόμενο και ασφαλές περιβάλλον.
Τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε να αλλάξουμε με τη φυσικοθεραπεία
Η σωστή φυσικοθεραπεία μπορεί να βελτιώσει σημαντικά:
- τη δύναμη,
- τον νευρομυϊκό έλεγχο,
- την κινητικότητα,
- τη βάδιση,
- τη λειτουργία του ισχίου,
- τον έλεγχο του γόνατος,
- τη φόρτιση του άκρου ποδός,
- και την ικανότητα του ασθενούς να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καθημερινότητας και του αθλητισμού.
Υπάρχουν όμως και ανατομικοί παράγοντες που δεν αλλάζουν με άσκηση, όπως σημαντική τροχιλιακή δυσπλασία, υψηλή επιγονατίδα ή συγκεκριμένες οστικές αποκλίσεις. Αυτοί αποτελούν γνωστούς παράγοντες κινδύνου για επιγονατιδική αστάθεια και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν επαναλαμβανόμενα εξαρθρήματα.
Αυτό είναι πολύ σημαντικό και από θεραπευτικής πλευράς: δεν υποσχόμαστε ότι με μερικές ασκήσεις αλλάζουμε την ανατομία. Αναγνωρίζουμε ποιοι παράγοντες μπορούν να βελτιωθούν με φυσικοθεραπεία και ποιοι χρειάζονται ορθοπαιδική συνεκτίμηση.
Η ολοκληρωμένη προσέγγιση
Η αποκατάσταση μετά από εξάρθρημα επιγονατίδας δεν πρέπει να είναι ένα γενικό πρόγραμμα ασκήσεων που δίνεται ίδιο σε όλους.
Η δυνατότητα συνδυασμού:
- κλινικής αξιολόγησης,
- διαμαγνητικής θεραπείας και Laser για τη διαχείριση της οξείας συμπτωματολογίας,
- TECAR και Manual Therapy όπου υπάρχει ένδειξη,
- προοδευτικής θεραπευτικής άσκησης,
- αντικειμενικής μέτρησης μυϊκής δύναμης με ισοκινητικό δυναμόμετρο,
- αξιολόγησης του πατήματος με δυναμικό πελματογράφημα όταν χρειάζεται,
- λειτουργικών δοκιμασιών,
- και σταδιακής αθλητικής επανεκπαίδευσης,
επιτρέπει η θεραπεία να γίνει μετρήσιμη και εξατομικευμένη.
Το σημαντικότερο δεν είναι πόσα θεραπευτικά μέσα διαθέτει ένα φυσικοθεραπευτήριο.
Είναι να γνωρίζει πότε, γιατί και σε ποιο στάδιο πρέπει να χρησιμοποιηθεί το καθένα.
Τα προηγμένα φυσικά μέσα μπορούν να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση του πόνου και του οιδήματος. Το Manual Therapy μπορεί να βοηθήσει στην αποκατάσταση της κινητικότητας. Το ισοκινητικό δυναμόμετρο μπορεί να αποκαλύψει μυϊκά ελλείμματα που διαφορετικά δεν είναι εύκολο να ποσοτικοποιηθούν.
Η μακροχρόνια σταθερότητα όμως χτίζεται μέσα από δύναμη, νευρομυϊκό έλεγχο, σωστή προοδευτική φόρτιση και λειτουργική επανεκπαίδευση.
Ο πραγματικός στόχος της φυσικοθεραπείας δεν είναι λοιπόν απλώς να σταματήσει να πονά το γόνατο.
Είναι ο ασθενής να μπορεί ξανά να περπατήσει, να τρέξει, να πηδήξει, να αλλάξει κατεύθυνση και να εμπιστευτεί το γόνατό του, έχοντας διορθώσει όσο το δυνατόν περισσότερους από τους τροποποιήσιμους παράγοντες που μπορούν να συμβάλουν σε ένα νέο επεισόδιο εξαρθρήματος.
Συχνές ερωτήσεις (FAQs)
1. Μπορεί ένα εξάρθρημα επιγονατίδας να επανέλθει μόνο του;
Ναι. Σε αρκετές περιπτώσεις η επιγονατίδα επιστρέφει αυτόματα στη φυσιολογική της θέση λίγο μετά τον τραυματισμό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το γόνατο δεν έχει υποστεί βλάβες. Ακόμη και όταν το εξάρθρημα αναταχθεί μόνο του, είναι σημαντικό να γίνει αξιολόγηση από ορθοπαιδικό, καθώς μπορεί να υπάρχουν κακώσεις στους συνδέσμους ή στον αρθρικό χόνδρο.
2. Χρειάζεται πάντα χειρουργείο;
Όχι. Οι περισσότεροι ασθενείς με πρώτο επεισόδιο εξαρθρήματος αντιμετωπίζονται συντηρητικά, με την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχουν σοβαρές συνοδές κακώσεις ή ένδειξη για χειρουργική επέμβαση. Η απόφαση λαμβάνεται εξατομικευμένα από τον ορθοπαιδικό.
3. Πότε μπορώ να περπατήσω ξανά φυσιολογικά;
Η επιστροφή στη φυσιολογική βάδιση εξαρτάται από τη βαρύτητα του τραυματισμού και την πορεία της αποκατάστασης. Στόχος είναι να περπατάτε χωρίς πόνο, χωρίς χωλότητα και χωρίς αίσθημα αστάθειας.
4. Πότε μπορώ να οδηγήσω;
Η οδήγηση επιτρέπεται όταν μπορείτε να κινείτε το γόνατο άνετα, να ελέγχετε με ασφάλεια τα πεντάλ και να αντιδράτε γρήγορα σε μια έκτακτη ανάγκη. Αν το τραυματισμένο πόδι είναι το δεξί, συνήθως απαιτείται περισσότερος χρόνος πριν επιστρέψετε στην οδήγηση.
5. Πότε μπορώ να επιστρέψω στον αθλητισμό;
Δεν υπάρχει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα που να ισχύει για όλους. Η επιστροφή βασίζεται στη λειτουργική αποκατάσταση του γόνατος και όχι μόνο στο πόσος χρόνος έχει περάσει από τον τραυματισμό. Η μυϊκή δύναμη, η ισορροπία, ο έλεγχος της κίνησης και η αυτοπεποίθηση του αθλητή πρέπει να έχουν αποκατασταθεί πριν από την επιστροφή στις προπονήσεις ή στους αγώνες.
6. Θα ξαναπάθω εξάρθρημα;
Όχι απαραίτητα. Ο κίνδυνος υποτροπής εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως η ηλικία, η ανατομία του γόνατος, οι συνοδές κακώσεις και η σωστή ολοκλήρωση της φυσικοθεραπευτικής αποκατάστασης.
7. Πρέπει να φοράω επιγονατίδα ή νάρθηκα;
Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να συστηθεί προσωρινή χρήση επιγονατίδας ή ειδικού νάρθηκα, ιδιαίτερα στα πρώτα στάδια μετά τον τραυματισμό. Η επιλογή εξαρτάται από τις οδηγίες του ορθοπαιδικού και δεν είναι απαραίτητη για όλους τους ασθενείς.
8. Η φυσικοθεραπεία είναι απαραίτητη;
Ναι. Η φυσικοθεραπεία δεν στοχεύει μόνο στη μείωση του πόνου αλλά και στην αποκατάσταση της δύναμης, της σταθερότητας και του ελέγχου της κίνησης. Η σωστή αποκατάσταση μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο νέου εξαρθρήματος.
9. Μπορώ να συνεχίσω να γυμνάζομαι όσο κάνω αποκατάσταση;
Στις περισσότερες περιπτώσεις ναι, αλλά με τροποποιημένο πρόγραμμα και σύμφωνα με τις οδηγίες του φυσικοθεραπευτή. Ασκήσεις που επιβαρύνουν υπερβολικά το γόνατο θα πρέπει να αποφεύγονται μέχρι να επιτραπεί η σταδιακή επανένταξή τους.
10. Πόσο διαρκεί η φυσικοθεραπευτική αποκατάσταση;
Η διάρκεια διαφέρει από ασθενή σε ασθενή. Εξαρτάται από τη σοβαρότητα του τραυματισμού, τις συνοδές βλάβες, την ηλικία, το επίπεδο δραστηριότητας και την ανταπόκριση στη θεραπεία. Η επιστροφή στις δραστηριότητες βασίζεται κυρίως στη λειτουργική πρόοδο και όχι αποκλειστικά στον χρόνο που έχει περάσει.
11. Μπορώ να προλάβω ένα νέο εξάρθρημα;
Παρότι δεν είναι δυνατό να εξαλειφθεί πλήρως ο κίνδυνος, ένα καλά σχεδιασμένο πρόγραμμα ενδυνάμωσης, ασκήσεων ισορροπίας και νευρομυϊκού ελέγχου μπορεί να μειώσει σημαντικά την πιθανότητα υποτροπής.
12. Πότε πρέπει να επισκεφθώ φυσικοθεραπευτή;
Η φυσικοθεραπεία καλό είναι να ξεκινήσει όταν το επιτρέψει ο ορθοπαιδικός, συνήθως από τα πρώτα στάδια μετά τον τραυματισμό. Η έγκαιρη έναρξη της αποκατάστασης συμβάλλει στη μείωση του πόνου, στην ταχύτερη επάνοδο της λειτουργικότητας και στη μείωση του κινδύνου επιπλοκών.