Εισαγωγή
Στην αρχή είναι ένας ήπιος πόνος στον ώμο. Εμφανίζεται όταν προσπαθείτε να σηκώσετε το χέρι, να φορέσετε ένα μπουφάν ή να φτάσετε ένα αντικείμενο σε ένα ψηλό ντουλάπι. Σταδιακά, όμως, ο πόνος γίνεται πιο έντονος, αρχίζει να επηρεάζει ακόμη και τον ύπνο και κινήσεις που μέχρι πρόσφατα θεωρούσατε αυτονόητες γίνονται ολοένα και πιο δύσκολες.
Λίγο αργότερα, παρατηρείτε ότι ο ώμος δεν πονάει μόνο. Δεν κινείται όπως πριν. Δυσκολεύεστε να χτενίσετε τα μαλλιά σας, να κουμπώσετε το σουτιέν, να βάλετε το πορτοφόλι στην πίσω τσέπη ή να σηκώσετε το χέρι πάνω από το κεφάλι. Πολλοί ασθενείς περιγράφουν αυτή την αίσθηση λέγοντας χαρακτηριστικά: «Νιώθω σαν να έχει παγώσει ο ώμος μου.»
Αυτή είναι η τυπική εικόνα του παγωμένου ώμου, μιας πάθησης που χαρακτηρίζεται από έντονο πόνο και προοδευτική απώλεια της κινητικότητας της άρθρωσης. Παρότι μπορεί να προκαλέσει σημαντικό περιορισμό στην καθημερινότητα, στις περισσότερες περιπτώσεις αντιμετωπίζεται επιτυχώς χωρίς χειρουργική επέμβαση, αρκεί να γίνει σωστή διάγνωση και να εφαρμοστεί η κατάλληλη θεραπευτική προσέγγιση.
Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του παγωμένου ώμου είναι ότι δεν εξελίσσεται με τον ίδιο τρόπο από την αρχή μέχρι το τέλος. Η πάθηση περνά από διαφορετικά στάδια, στα οποία αλλάζουν τόσο τα συμπτώματα όσο και οι στόχοι της θεραπείας. Για τον λόγο αυτό, η κατανόηση του σταδίου στο οποίο βρίσκεται ο ασθενής αποτελεί βασική προϋπόθεση για μια αποτελεσματική φυσικοθεραπευτική αποκατάσταση.
Στο άρθρο αυτό θα δούμε πώς εξελίσσεται ο παγωμένος ώμος, γιατί εμφανίζεται, ποιοι άνθρωποι κινδυνεύουν περισσότερο, πώς γίνεται η διάγνωση και, κυρίως, πώς η σύγχρονη φυσικοθεραπεία μπορεί να συμβάλει στην ασφαλή και σταδιακή αποκατάσταση της λειτουργίας του ώμου.
Πώς εξελίσσεται ο παγωμένος ώμος;
Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του παγωμένου ώμου είναι ότι η πάθηση δεν παραμένει ίδια από την αρχή μέχρι το τέλος. Αντίθετα, εξελίσσεται σταδιακά μέσα από τρία διακριτά στάδια, στα οποία μεταβάλλονται τόσο τα συμπτώματα όσο και οι θεραπευτικοί στόχοι.
Η αναγνώριση του σταδίου στο οποίο βρίσκεται ο ασθενής είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η αντιμετώπιση που είναι κατάλληλη στην αρχή της πάθησης μπορεί να μην είναι η ιδανική λίγους μήνες αργότερα.
1. Στάδιο του πόνου (Freezing Stage)
Πρόκειται για το πρώτο στάδιο της πάθησης και συνήθως είναι το πιο επώδυνο.
Ο πόνος εμφανίζεται αρχικά κατά την κίνηση του ώμου, όμως όσο η πάθηση εξελίσσεται μπορεί να εκδηλώνεται ακόμη και σε κατάσταση ηρεμίας ή κατά τη διάρκεια της νύχτας, διαταράσσοντας σημαντικά τον ύπνο.
Παράλληλα, αρχίζει να εμφανίζεται σταδιακή μείωση της κινητικότητας, αν και ο πόνος αποτελεί το κυρίαρχο σύμπτωμα.
Το στάδιο αυτό μπορεί να διαρκέσει από μερικές εβδομάδες έως αρκετούς μήνες.
2. Στάδιο της δυσκαμψίας (Frozen Stage)
Κατά το δεύτερο στάδιο, ο έντονος πόνος συνήθως αρχίζει να υποχωρεί, όμως η δυσκαμψία γίνεται πλέον το βασικό πρόβλημα.
Ο ώμος χάνει σημαντικό μέρος της κινητικότητάς του και καθημερινές δραστηριότητες, όπως το χτένισμα, το ντύσιμο ή η πρόσβαση σε ένα ψηλό ράφι, γίνονται ιδιαίτερα δύσκολες.
Οι κινήσεις προς τα έξω, η απαγωγή και η ανύψωση του χεριού είναι συνήθως αυτές που περιορίζονται περισσότερο.
Παρότι πολλοί ασθενείς ανησυχούν ότι η κατάσταση επιδεινώνεται, στην πραγματικότητα η πάθηση έχει απλώς εισέλθει σε διαφορετικό στάδιο.
3. Στάδιο της αποκατάστασης (Thawing Stage)
Στο τελευταίο στάδιο, η άρθρωση αρχίζει σταδιακά να ανακτά την κινητικότητά της.
Η δυσκαμψία μειώνεται προοδευτικά, οι κινήσεις γίνονται ευκολότερες και ο ασθενής επιστρέφει σταδιακά στις καθημερινές και αθλητικές του δραστηριότητες.
Η διάρκεια αυτού του σταδίου διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο και μπορεί να απαιτήσει αρκετούς μήνες μέχρι την πλήρη αποκατάσταση.
Η κατάλληλη φυσικοθεραπευτική παρέμβαση μπορεί να συμβάλει σημαντικά στη βελτίωση της λειτουργικότητας και να βοηθήσει τον ασθενή να επανέλθει με μεγαλύτερη ασφάλεια και αυτοπεποίθηση.
Είναι ίδιος ο παγωμένος ώμος σε όλους τους ασθενείς;
Όχι.
Παρότι η πάθηση ακολουθεί συνήθως αυτή τη γενική πορεία, η διάρκεια κάθε σταδίου και η ένταση των συμπτωμάτων διαφέρουν σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Για τον λόγο αυτό, η θεραπεία θα πρέπει να εξατομικεύεται και να προσαρμόζεται στο στάδιο της πάθησης, στις ανάγκες και στους στόχους κάθε ασθενούς.
Τι είναι ο παγωμένος ώμος;
Ο παγωμένος ώμος, γνωστός και ως συμφυτική θυλακίτιδα, είναι μια πάθηση κατά την οποία ο αρθρικός θύλακος του ώμου φλεγμαίνει, γίνεται παχύτερος και χάνει σταδιακά την ελαστικότητά του. Με την πάροδο του χρόνου, δημιουργούνται συμφύσεις και η άρθρωση γίνεται ολοένα και πιο δύσκαμπτη, περιορίζοντας σημαντικά το εύρος κίνησης του ώμου.
Σε αντίθεση με άλλες παθήσεις του ώμου, όπως οι τενοντοπάθειες ή οι ρήξεις του στροφικού πετάλου, το βασικό πρόβλημα στον παγωμένο ώμο δεν εντοπίζεται στους τένοντες ή στους μύες, αλλά στον ίδιο τον αρθρικό θύλακο που περιβάλλει την άρθρωση. Η φλεγμονή και η συρρίκνωσή του μειώνουν τον διαθέσιμο χώρο μέσα στην άρθρωση, με αποτέλεσμα ο ώμος να γίνεται επώδυνος και να χάνει προοδευτικά την κινητικότητά του.
Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της πάθησης είναι ότι περιορίζονται τόσο οι ενεργητικές κινήσεις, δηλαδή αυτές που εκτελεί ο ίδιος ο ασθενής, όσο και οι παθητικές κινήσεις, δηλαδή εκείνες που πραγματοποιεί ο εξεταστής κατά την κλινική εξέταση. Αυτό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία που διαφοροποιούν τον παγωμένο ώμο από άλλες συχνές παθήσεις της περιοχής.
Παρότι η πάθηση μπορεί να διαρκέσει αρκετούς μήνες και να επηρεάσει σημαντικά την καθημερινότητα, η πρόγνωση είναι συνήθως καλή όταν γίνει έγκαιρη διάγνωση και εφαρμοστεί η κατάλληλη θεραπευτική προσέγγιση. Η σωστή φυσικοθεραπευτική αποκατάσταση, προσαρμοσμένη στο στάδιο της πάθησης, συμβάλλει ουσιαστικά στη μείωση του πόνου, στη βελτίωση της κινητικότητας και στην ασφαλή επιστροφή του ασθενούς στις καθημερινές του δραστηριότητες.
Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο;
Παρότι ο ακριβής μηχανισμός εμφάνισης του παγωμένου ώμου δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, γνωρίζουμε ότι ορισμένοι άνθρωποι έχουν σημαντικά μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν τη συγκεκριμένη πάθηση. Η αναγνώριση αυτών των παραγόντων βοηθά τόσο στην έγκαιρη διάγνωση όσο και στην ταχύτερη αντιμετώπιση των συμπτωμάτων.
1. Ηλικία 40 έως 60 ετών
Ο παγωμένος ώμος εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα ηλικίας μεταξύ 40 και 60 ετών, ενώ είναι σχετικά σπάνιος σε νεότερες ηλικίες.
2. Γυναίκες
Οι γυναίκες φαίνεται να εμφανίζουν τη συμφυτική θυλακίτιδα συχνότερα από τους άνδρες, αν και οι λόγοι αυτής της διαφοράς δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως.
3. Σακχαρώδης διαβήτης
Ο σακχαρώδης διαβήτης αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου. Τα άτομα με διαβήτη εμφανίζουν παγωμένο ώμο αρκετές φορές συχνότερα σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό, ενώ πολλές φορές τα συμπτώματα είναι πιο έντονα και η αποκατάσταση διαρκεί περισσότερο.
4. Παθήσεις του θυρεοειδούς
Τόσο ο υποθυρεοειδισμός όσο και ο υπερθυρεοειδισμός έχουν συσχετιστεί με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης παγωμένου ώμου. Αν και η ακριβής σχέση δεν είναι πλήρως κατανοητή, οι ενδοκρινικές διαταραχές φαίνεται να επηρεάζουν τη φυσιολογική λειτουργία του αρθρικού θυλάκου.
5. Παρατεταμένη ακινητοποίηση του ώμου
Η ακινησία μετά από έναν τραυματισμό, ένα κάταγμα ή μια χειρουργική επέμβαση μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ανάπτυξης συμφυτικής θυλακίτιδας, ιδιαίτερα όταν η κινητοποίηση του ώμου καθυστερεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.
6. Προηγούμενος τραυματισμός ή χειρουργείο
Αν και ο παγωμένος ώμος μπορεί να εμφανιστεί χωρίς εμφανή αιτία, σε ορισμένες περιπτώσεις εκδηλώνεται μετά από τραυματισμό του ώμου ή έπειτα από χειρουργική επέμβαση στην περιοχή. Για τον λόγο αυτό, η σωστή μετεγχειρητική αποκατάσταση και η έγκαιρη κινητοποίηση, όταν επιτρέπεται από τον θεράποντα ιατρό, έχουν ιδιαίτερη σημασία.
Μπορεί να εμφανιστεί και στον άλλο ώμο;
Ναι. Περίπου ένας στους πέντε ασθενείς ενδέχεται να εμφανίσει παγωμένο ώμο και στην αντίθετη πλευρά κάποια στιγμή στη ζωή του. Συνήθως αυτό δεν συμβαίνει ταυτόχρονα, αλλά μετά από μήνες ή ακόμη και χρόνια.
Ωστόσο, η εμφάνιση της πάθησης στον έναν ώμο δεν σημαίνει ότι θα επηρεαστεί υποχρεωτικά και ο άλλος.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διάγνωση του παγωμένου ώμου βασίζεται κυρίως στο ιστορικό του ασθενούς και στην κλινική εξέταση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ένας έμπειρος ορθοπαιδικός ή φυσικοθεραπευτής μπορεί να αναγνωρίσει την πάθηση από τα χαρακτηριστικά συμπτώματα και τον τρόπο με τον οποίο κινείται η άρθρωση.
Λήψη ιστορικού
Η αξιολόγηση ξεκινά με μια αναλυτική συζήτηση σχετικά με τα συμπτώματα.
Ο επαγγελματίας υγείας θα διερευνήσει πότε ξεκίνησε ο πόνος, πώς εξελίχθηκε με την πάροδο του χρόνου, ποιες κινήσεις δυσκολεύουν περισσότερο τον ασθενή, καθώς και αν έχει προηγηθεί τραυματισμός, χειρουργική επέμβαση ή κάποια πάθηση, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης ή οι διαταραχές του θυρεοειδούς.
Η σταδιακή εμφάνιση του πόνου, που ακολουθείται από προοδευτικό περιορισμό της κινητικότητας, αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της πάθησης.
Κλινική εξέταση
Κατά την κλινική εξέταση αξιολογείται το εύρος κίνησης του ώμου τόσο στις ενεργητικές όσο και στις παθητικές κινήσεις.
Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του παγωμένου ώμου είναι ότι περιορίζονται και οι δύο. Δηλαδή, ο ασθενής δυσκολεύεται να σηκώσει το χέρι του μόνος του, αλλά ακόμη και ο εξεταστής δεν μπορεί να αποκαταστήσει πλήρως την κίνηση όταν προσπαθεί να μετακινήσει παθητικά την άρθρωση.
Η έξω στροφή είναι συνήθως η πρώτη και περισσότερο περιορισμένη κίνηση, ενώ στη συνέχεια περιορίζονται και η απαγωγή καθώς και η έσω στροφή του ώμου.
Παράλληλα, πραγματοποιούνται ειδικές κλινικές δοκιμασίες ώστε να αποκλειστούν άλλες παθήσεις του ώμου, όπως οι ρήξεις του στροφικού πετάλου, οι τενοντοπάθειες ή η ασβεστοποιός τενοντίτιδα, οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν παρόμοια συμπτώματα.
Χρειάζονται απεικονιστικές εξετάσεις;
Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι απεικονιστικές εξετάσεις δεν είναι απαραίτητες για να επιβεβαιώσουν τη διάγνωση του παγωμένου ώμου.
Η ακτινογραφία χρησιμοποιείται κυρίως για να αποκλειστούν άλλες παθήσεις, όπως η οστεοαρθρίτιδα ή παλαιά κατάγματα.
Η μαγνητική τομογραφία μπορεί να ζητηθεί όταν υπάρχει υποψία συνυπάρχουσας βλάβης, όπως ρήξη του στροφικού πετάλου ή άλλη ενδοαρθρική πάθηση. Ωστόσο, δεν απαιτείται σε κάθε ασθενή και δεν αποτελεί εξέταση ρουτίνας για τη διάγνωση της συμφυτικής θυλακίτιδας.
Γιατί είναι σημαντική η έγκαιρη διάγνωση;
Η έγκαιρη αναγνώριση του παγωμένου ώμου επιτρέπει την εφαρμογή της κατάλληλης θεραπείας στο σωστό στάδιο της πάθησης.
Επειδή οι στόχοι της φυσικοθεραπευτικής αποκατάστασης διαφέρουν μεταξύ του σταδίου του πόνου, της δυσκαμψίας και της αποκατάστασης, η σωστή διάγνωση βοηθά στην επιλογή της κατάλληλης θεραπευτικής στρατηγικής, αποφεύγοντας παρεμβάσεις που μπορεί να επιδεινώσουν τα συμπτώματα.
Φυσικοθεραπεία στον Παγωμένο Ώμο (Frozen Shoulder) – η αποκατάσταση θέλει γνώση, χρόνο και σωστή στρατηγική
Η φυσικοθεραπεία αποτελεί έναν από τους βασικότερους πυλώνες αντιμετώπισης του παγωμένου ώμου. Δεν πρόκειται όμως για μια κατάσταση στην οποία αρκεί να γίνουν «μερικές διατάσεις» ή να πιέσουμε τον ώμο μέχρι να αρχίσει να κινείται.
Ο παγωμένος ώμος –ή συμφυτική θυλακίτιδα– είναι μια ιδιαίτερη κατάσταση, στην οποία ο αρθρικός θύλακος της γληνοβραχιόνιας άρθρωσης παρουσιάζει προοδευτική δυσκαμψία και περιορισμό. Ο ασθενής μπορεί να χάσει σημαντικό μέρος της κίνησης του ώμου, να πονά ακόμη και σε ηρεμία ή τη νύχτα και, σταδιακά, να αρχίσει να χρησιμοποιεί ολόκληρη την ωμική ζώνη με λανθασμένο τρόπο για να αντισταθμίσει την κίνηση που έχει χαθεί.
Γι’ αυτό η αποκατάσταση χρειάζεται υπομονή, σωστή αξιολόγηση και πολύ καλή γνώση της κινηματικής του ώμου.
Το βασικό δεν είναι να «τραβήξουμε» περισσότερο τον ώμο.
Το βασικό είναι να ξέρουμε τι πρέπει να κινηθεί, πότε πρέπει να κινηθεί και μέχρι ποιο σημείο πρέπει να κινηθεί.
Πρώτα πρέπει να ξεχωρίσουμε την κίνηση του ώμου από την κίνηση της ωμοπλάτης
Αυτό είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα σημεία ολόκληρης της θεραπείας.
Ένας ασθενής με frozen shoulder μπορεί φαινομενικά να σηκώνει αρκετά το χέρι του, αλλά ένα μεγάλο μέρος αυτής της κίνησης να πραγματοποιείται από την ωμοπλάτη και τον κορμό και όχι από την ίδια τη γληνοβραχιόνια άρθρωση.
Η ωμοπλάτη ανασηκώνεται, περιστρέφεται πρόωρα, ο ώμος «ανεβαίνει» προς το αυτί και ο κορμός γέρνει ώστε ο άνθρωπος να μπορέσει να φτάσει ψηλότερα.
Έτσι δημιουργείται η ψευδαίσθηση μεγαλύτερης κινητικότητας.
Στη φυσικοθεραπευτική αξιολόγηση πρέπει επομένως να απομονώσουμε όσο είναι δυνατόν την πραγματική κίνηση της γληνοβραχιόνιας άρθρωσης από την αντισταθμιστική κίνηση της ωμοπλάτης.
Μόνο τότε μπορούμε να γνωρίζουμε πραγματικά τι έχουμε κερδίσει.
Η αποκατάσταση του φυσιολογικού ωμοβραχιόνιου ρυθμού είναι εξίσου σημαντική με την αύξηση του εύρους κίνησης.
Δεν περιορίζονται όλες οι κινήσεις με τον ίδιο τρόπο
Στον παγωμένο ώμο υπάρχει χαρακτηριστικός περιορισμός των στροφών και ιδιαίτερα της έξω στροφής, η οποία συνήθως είναι από τις πρώτες και περισσότερο περιορισμένες κινήσεις.
Περιορίζονται επίσης σημαντικά η απαγωγή, η κάμψη και η έσω στροφή.
Η έσω στροφή –ιδιαίτερα η λειτουργική έσω στροφή, όπως όταν ο ασθενής προσπαθεί να βάλει το χέρι πίσω από την πλάτη– πολλές φορές παραμένει περιορισμένη μέχρι αρκετά αργά στην πορεία της αποκατάστασης.
Γι’ αυτό δεν πρέπει να αξιολογούμε την πρόοδο μόνο από το πόσο ψηλά σηκώνει το χέρι ο ασθενής.
Πρέπει να αξιολογούνται ξεχωριστά όλες οι κινήσεις και κυρίως οι κινήσεις που χρειάζεται ο άνθρωπος στην καθημερινότητά του.
CPM – παθητική κινητοποίηση για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα
Σε επιλεγμένες περιπτώσεις frozen shoulder μπορεί να χρησιμοποιηθεί CPM (Continuous Passive Motion – συνεχής παθητική κινητοποίηση) ως συμπληρωματικό εργαλείο της θεραπείας.
Το σημαντικό πλεονέκτημά του είναι ότι μας επιτρέπει να κινητοποιούμε τον ώμο παθητικά, ελεγχόμενα και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από αυτό που θα μπορούσε πρακτικά να εφαρμοστεί μόνο με τα χέρια του θεραπευτή.
Δεν πρόκειται να «σπάσουμε» τον ώμο.
Αντίθετα, στόχος είναι μια επαναλαμβανόμενη, ελεγχόμενη κίνηση μέσα σε καλά ανεκτά όρια, η οποία μπορεί να βοηθήσει στη μείωση της προστατευτικής μυϊκής σύσπασης και να προετοιμάσει την άρθρωση για την πιο εξειδικευμένη θεραπευτική κινητοποίηση που ακολουθεί.
Το εύρος, η ταχύτητα και η διάρκεια της κινητοποίησης προσαρμόζονται κάθε φορά στην ερεθιστικότητα του ώμου.
Ένας πολύ επώδυνος ώμος δεν αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο με έναν ώμο που έχει πλέον μικρό πόνο αλλά σημαντική δυσκαμψία.
Manual Therapy – η κινητοποίηση πρέπει να είναι συγκεκριμένη
Η χειροθεραπεία αποτελεί σημαντικό κομμάτι της αποκατάστασης.
Εφαρμόζονται εξατομικευμένες τεχνικές κινητοποίησης της γληνοβραχιόνιας άρθρωσης, με κατεύθυνση και ένταση που καθορίζονται από το ποια κίνηση έχει περιοριστεί και από τη φάση στην οποία βρίσκεται ο ασθενής.
Μπορεί να χρειάζεται:
- κινητοποίηση προς οπίσθια ή κατώτερη κατεύθυνση,
- προοδευτική εργασία στις στροφές,
- αποκατάσταση της απαγωγής,
- κινητοποίηση της ωμοπλάτης,
- αποκατάσταση της θωρακικής κινητικότητας.
Στις πρώτες και περισσότερο επώδυνες φάσεις οι τεχνικές είναι συνήθως πιο ήπιες.
Όσο μειώνεται η ερεθιστικότητα και κυριαρχεί πλέον η δυσκαμψία, μπορούν να χρησιμοποιηθούν προοδευτικά πιο απαιτητικές τεχνικές.
Η λογική είναι μία:
η θεραπεία πρέπει να προηγείται της αντίδρασης του οργανισμού και όχι να την προκαλεί.
Εάν κάθε συνεδρία αφήνει τον ασθενή πολύ χειρότερα για μία ή δύο ημέρες, συνήθως έχουμε ξεπεράσει τα κατάλληλα όρια φόρτισης.
Ο μυοπεριτονιακός πόνος μπορεί να είναι τεράστιος
Ένα κομμάτι που συχνά υποτιμάται είναι η επίδραση του frozen shoulder στους μύες και στις περιτονίες γύρω από την ωμική ζώνη.
Ο ασθενής χρησιμοποιεί για εβδομάδες ή μήνες τον ώμο με αλλοιωμένο κινητικό πρότυπο. Οι μύες προσπαθούν συνεχώς να αντισταθμίσουν την έλλειψη κίνησης της άρθρωσης.
Έτσι μπορεί να εμφανιστεί έντονος μυοπεριτονιακός πόνος:
- στον οπίσθιο ώμο,
- στον δελτοειδή,
- στον τραπεζοειδή,
- στους ρομβοειδείς,
- στους στροφείς του ώμου,
- στον πλατύ ραχιαίο,
- στον μείζονα και ελάσσονα θωρακικό,
- γύρω από την ωμοπλάτη,
- ακόμη και στο πρόσθιο θωρακικό τοίχωμα.
Ορισμένοι ασθενείς περιγράφουν πόνο που απλώνεται από τον ώμο προς την πλάτη ή μπροστά στο στήθος και μπορεί να είναι εξαιρετικά ενοχλητικός.
Σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να αντιμετωπίζουμε όχι μόνο την άρθρωση αλλά ολόκληρο το μυοπεριτονιακό σύστημα που έχει επηρεαστεί.
Μπορούν να χρησιμοποιηθούν τεχνικές manual therapy, μυοπεριτονιακής απελευθέρωσης, θεραπείας trigger points και άλλες τεχνικές μαλακών μορίων, ανάλογα πάντα με την κλινική εικόνα.
Νευροδυναμική – όταν το νευρικό σύστημα έχει χάσει την ελευθερία κίνησής του
Όταν ένας άνθρωπος κρατά για μεγάλο χρονικό διάστημα το χέρι κοντά στο σώμα και αποφεύγει συγκεκριμένες κινήσεις, δεν επηρεάζονται μόνο οι μύες και οι αρθρώσεις.
Μπορεί να περιοριστεί και η φυσιολογική ολίσθηση των νευρικών δομών του άνω άκρου.
Σε ασθενείς στους οποίους υπάρχουν κλινικές ενδείξεις αυξημένης νευρικής μηχανοευαισθησίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν νευροδυναμικές τεχνικές.
Στόχος δεν είναι να «τεντώσουμε το νεύρο», αλλά να αποκαταστήσουμε σταδιακά την φυσιολογική ολίσθηση και την ανοχή του νευρικού συστήματος στην κίνηση.
Οι τεχνικές αυτές πρέπει να εφαρμόζονται με ιδιαίτερη προσοχή, διότι ένας ερεθισμένος ώμος μπορεί εύκολα να επιβαρυνθεί από υπερβολικά επιθετικές παρεμβάσεις.
Κρουστικά κύματα – όταν συνυπάρχει μυοπεριτοναϊκός πόνος ή συγκεκριμένη τενοντοπάθεια
Σε μεταγενέστερα στάδια, όταν ο ώμος είναι λιγότερο ερεθιστικός, μπορούν σε επιλεγμένες περιπτώσεις να χρησιμοποιηθούν κρουστικά κύματα σε έντονα μυοπεριτονιακά σημεία ή σε συγκεκριμένη συνυπάρχουσα τενοντοπάθεια.
Δεν αντιμετωπίζουμε με τα κρουστικά κύματα τον ίδιο τον παγωμένο θύλακο ως μοναδικό στόχο.
Χρησιμοποιούνται περισσότερο ως μέρος μιας συνολικής θεραπευτικής στρατηγικής όταν υπάρχουν συνοδά προβλήματα των μαλακών μορίων που συντηρούν τον πόνο και δυσκολεύουν την κινητοποίηση.
Διαμαγνητική αντλία σε επιλεγμένες περιπτώσεις
Υπάρχουν ασθενείς στους οποίους ο ώμος είναι εξαιρετικά ευαίσθητος και συνυπάρχει έντονη αντίδραση των περιαρθρικών ιστών ή κάποια τενοντοπάθεια.
Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί επικουρικά διαμαγνητική αντλία, με στόχο κυρίως τη διαχείριση του οιδήματος και της τοπικής ερεθιστικότητας, ώστε ο ασθενής να μπορέσει στη συνέχεια να συμμετέχει αποτελεσματικότερα στο ενεργητικό κομμάτι της θεραπείας.
Η χρήση της δεν αντικαθιστά τη θεραπευτική άσκηση και την κινητοποίηση.
Αποτελεί ένα εργαλείο που εντάσσεται, όπου υπάρχει ένδειξη, μέσα σε ένα πολύ μεγαλύτερο πρόγραμμα αποκατάστασης.
Η άσκηση αλλάζει όσο αλλάζει και ο ώμος
Η θεραπευτική άσκηση δεν πρέπει να είναι ίδια από την πρώτη μέχρι την τελευταία ημέρα.
Στην αρχή προτεραιότητα έχει η διατήρηση της κίνησης σε ανεκτά επίπεδα και η αποφυγή περαιτέρω προστατευτικής σύσπασης.
Σταδιακά προστίθενται ενεργητικές και υποβοηθούμενες κινήσεις.
Όσο βελτιώνεται το εύρος και μειώνεται ο πόνος περνάμε σε προοδευτική ενδυνάμωση:
- του στροφικού πετάλου,
- του δελτοειδούς,
- των σταθεροποιών της ωμοπλάτης,
- του πρόσθιου οδοντωτού,
- του τραπεζοειδούς,
- και τελικά ολόκληρης της ωμικής ζώνης.
Η θεραπεία πρέπει να προχωρά από την απλή κίνηση προς την πραγματική λειτουργία.
Ο στόχος δεν είναι ο ασθενής να μπορεί μόνο να σηκώσει το χέρι του στο εξεταστήριο.
Θέλουμε να μπορεί να ντυθεί, να πλυθεί, να πιάσει κάτι ψηλά, να βάλει το χέρι πίσω από την πλάτη, να κοιμηθεί χωρίς πόνο και να επιστρέψει στις καθημερινές, επαγγελματικές ή αθλητικές του δραστηριότητες.
Άλλη θεραπεία στη «freezing» και άλλη στη «frozen» φάση
Η σωστή αντιμετώπιση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη φάση στην οποία βρίσκεται ο ασθενής.
Στη freezing phase, όπου κυριαρχεί ο πόνος και η υψηλή ερεθιστικότητα, η υπερβολικά επιθετική κινητοποίηση μπορεί να επιδεινώσει σημαντικά τα συμπτώματα.
Εδώ χρειαζόμαστε μεγαλύτερη προσοχή, αναλγητική προσέγγιση, ήπια κινητοποίηση και διατήρηση της λειτουργίας.
Στη frozen phase, όταν ο πόνος αρχίζει να υποχωρεί αλλά η δυσκαμψία κυριαρχεί, μπορούμε σταδιακά να αυξήσουμε την ένταση και τη διάρκεια της κινητοποίησης.
Και στη thawing phase, όταν ο ώμος αρχίζει πλέον να «ξεπαγώνει», η θεραπεία επικεντρώνεται ολοένα περισσότερο στην πλήρη ανάκτηση της κινητικότητας, της δύναμης και της λειτουργίας.
Δεν κερδίζουμε τον παγωμένο ώμο με τη δύναμη – τον κερδίζουμε με στρατηγική
Ο frozen shoulder είναι ίσως μία από τις καλύτερες αποδείξεις ότι στη φυσικοθεραπεία περισσότερη δύναμη δεν σημαίνει καλύτερη θεραπεία.
Αν πιέσουμε έναν πολύ ερεθισμένο ώμο περισσότερο από όσο μπορεί να ανεχθεί, μπορεί να δημιουργήσουμε μεγαλύτερο πόνο, μυϊκό σπασμό και ακόμη μεγαλύτερη προστατευτική αντίδραση.
Αν, από την άλλη πλευρά, φοβηθούμε την κίνηση και δεν προχωρήσουμε ποτέ την κινητοποίηση, ο ώμος παραμένει δύσκαμπτος.
Η τέχνη της θεραπείας βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα σε αυτά τα δύο.
Πρέπει να δουλεύουμε στα όρια που επιτρέπουν στον ώμο να εξελίσσεται χωρίς να τον ανατροφοδοτούμε συνεχώς με ερεθισμό.
Αυτό απαιτεί εμπειρία, συνεχή επαναξιολόγηση και διαφορετική στρατηγική από ασθενή σε ασθενή.
Ο στόχος δεν είναι απλώς περισσότερες μοίρες κίνησης
Η πραγματική επιτυχία της θεραπείας δεν μετριέται μόνο με ένα γωνιόμετρο.
Στόχος είναι να αποκαταστήσουμε:
την πραγματική γληνοβραχιόνια κινητικότητα, τον φυσιολογικό ρυθμό ώμου–ωμοπλάτης, τη μυϊκή ισορροπία, τη δύναμη, τη νευρομυϊκή λειτουργία και –κυρίως– την ικανότητα του ανθρώπου να χρησιμοποιεί ξανά φυσιολογικά το χέρι του χωρίς φόβο και χωρίς πόνο.
Ο παγωμένος ώμος θέλει χρόνο.
Θέλει όμως πάνω απ’ όλα σωστή θεραπευτική στρατηγική.
Με εξατομικευμένη φυσικοθεραπεία, σωστή δοσολογία της κινητοποίησης, CPM όπου υπάρχει ένδειξη, manual therapy, αντιμετώπιση του μυοπεριτονιακού πόνου, νευροδυναμική όπου απαιτείται και προοδευτική θεραπευτική άσκηση, μπορούμε να βοηθήσουμε τον ώμο να ανακτήσει σταδιακά αυτό που έχει χάσει:
κίνηση, δύναμη και πραγματική λειτουργικότητα.
Συχνές ερωτήσεις (FAQs)
1. Ο παγωμένος ώμος περνάει μόνος του;
Σε αρκετές περιπτώσεις τα συμπτώματα μπορεί να βελτιωθούν με την πάροδο του χρόνου. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή μπορεί να διαρκέσει πολλούς μήνες ή ακόμη και χρόνια. Η έγκαιρη φυσικοθεραπευτική αποκατάσταση συμβάλλει στη μείωση του πόνου, στη βελτίωση της κινητικότητας και στην ταχύτερη επάνοδο στις καθημερινές δραστηριότητες.
2. Πόσο διαρκεί ο παγωμένος ώμος;
Η διάρκεια διαφέρει από ασθενή σε ασθενή. Συνήθως η πάθηση εξελίσσεται σε διάστημα αρκετών μηνών, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί περισσότερο χρόνος μέχρι την πλήρη αποκατάσταση της κινητικότητας.
3. Πρέπει να πιέζω τον ώμο για να «ξεκολλήσει»;
Όχι. Οι έντονες διατάσεις ή οι επιθετικοί χειρισμοί, ιδιαίτερα στα αρχικά στάδια της πάθησης, μπορεί να αυξήσουν τον πόνο και να επιδεινώσουν τα συμπτώματα. Η θεραπεία πρέπει να προσαρμόζεται πάντα στο στάδιο του παγωμένου ώμου και στην ανοχή του κάθε ασθενούς.
4. Μπορώ να συνεχίσω να χρησιμοποιώ το χέρι μου;
Ναι. Η πλήρης ακινησία συνήθως δεν αποτελεί τη σωστή επιλογή. Οι καθημερινές δραστηριότητες μπορούν να συνεχιστούν, αρκεί να εκτελούνται μέσα στα όρια που επιτρέπει ο πόνος και σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντα επαγγελματία υγείας.
5. Είναι φυσιολογικό να πονάω περισσότερο τη νύχτα;
Ναι. Ο νυχτερινός πόνος αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά συμπτώματα, ιδιαίτερα κατά το πρώτο στάδιο της πάθησης, και μπορεί να δυσκολεύει σημαντικά τον ύπνο.
6. Θα χρειαστώ ένεση κορτιζόνης;
Σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν ο πόνος είναι πολύ έντονος, ο ορθοπαιδικός μπορεί να προτείνει έγχυση κορτικοστεροειδούς. Η απόφαση λαμβάνεται εξατομικευμένα και, όταν πραγματοποιείται, συνήθως συνδυάζεται με πρόγραμμα φυσικοθεραπευτικής αποκατάστασης.
7. Πότε χρειάζεται χειρουργείο;
Η χειρουργική αντιμετώπιση είναι σχετικά σπάνια και εξετάζεται μόνο όταν τα συμπτώματα επιμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα παρά την ολοκληρωμένη συντηρητική θεραπεία ή όταν υπάρχουν ειδικές ενδείξεις. Η πλειονότητα των ασθενών αντιμετωπίζεται επιτυχώς χωρίς χειρουργική επέμβαση.
8. Μπορεί να εμφανιστεί ξανά;
Η υποτροπή στον ίδιο ώμο είναι σχετικά ασυνήθιστη. Ωστόσο, ένα ποσοστό ασθενών μπορεί να εμφανίσει παγωμένο ώμο και στην αντίθετη πλευρά σε μεταγενέστερο χρόνο.
9. Πότε μπορώ να επιστρέψω στην εργασία ή στον αθλητισμό;
Η επιστροφή εξαρτάται από το στάδιο της πάθησης, το επίπεδο του πόνου, την κινητικότητα και τις απαιτήσεις της δραστηριότητας. Η απόφαση βασίζεται στη λειτουργική αξιολόγηση και όχι μόνο στο χρονικό διάστημα που έχει περάσει από την έναρξη των συμπτωμάτων.
10. Μπορεί η φυσικοθεραπεία να βοηθήσει πραγματικά;
Ναι. Η φυσικοθεραπεία αποτελεί τη βασική συντηρητική θεραπεία του παγωμένου ώμου. Με σωστή αξιολόγηση, εξατομικευμένο πρόγραμμα αποκατάστασης και θεραπεία προσαρμοσμένη στο στάδιο της πάθησης, οι περισσότεροι ασθενείς μπορούν να μειώσουν σημαντικά τον πόνο, να βελτιώσουν την κινητικότητα και να επιστρέψουν με ασφάλεια στις καθημερινές τους δραστηριότητες.